Ένα σύγχρονο Συντηρητικό μοντέλο γεωργίας για την Ε.Ε.

 

Του Γιώργου Μακρή

 

Αντί προλόγου

 

Ποιος δύναται άραγε να ξεχάσει τις μαζικές κινητοποιήσεις των αγροτών με τις πειρατικές μαύρες σημαίες στα τρακτέρ και τους αγρότες που δίκην «μεταπολιτευτικής εθιμοτυπίας» προχωρούν διαχρονικά στον αποκλεισμό των δρόμων; Νομίζω κανείς ή εν πάση περιπτώσει ελάχιστοι. Αν και ο Συντηρητικός κόσμος στέκεται απέναντι σε τέτοιες νοοτροπίες και πρακτικές κοινωνικού κανιβαλισμού και αναρχίας, οφείλουμε να διαπιστώσουμε πως οι διαχρονικές συγκρούσεις των αγροτών με το επίσημο κράτος φανερώνουν αναντίρρητα την συνεχώς επιδεινούμενη απελπισία τους για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική ύπαιθρος.

 

Η μαζική συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού και η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου -παρά τα περί των αντιθέτων δοξαζόμενα από κάθε λογής «εκσυγχρονιστικό» ή «προοδευτικό» στοιχείο- δεν οφείλεται αποκλειστικά στην στάση των αγροτών, που σύμφωνα με την καθεστηκυία άποψη εμφανίζεται να στρέφεται σε επικερδέστερες από την αγροτική παραγωγή απασχολήσεις. Σε περίπτωση που ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής θα υποστηριζόταν από στοιχεία αναφορικά με την παράλληλη μαζική επέκταση ή της βιομηχανικής παραγωγής είτε του τριτογενούς τομέα της οικονομίας, την ίδια στιγμή που αμφότεροι οι δύο παραπάνω παράγοντες στην Ελλάδα βρίσκονται σε αποσύνθεση.

 

Συμπληρωματικά προς την ανακριβή ή μη παντελώς εσφαλμένη ανάγνωση της συμπεριφοράς του αγροτικού κόσμου πρέπει να αναφερθεί πως μια ενδεχόμενη στροφή του προς άλλες απασχολήσεις θα σηματοδοτούσε την ταυτόχρονη νομοτελειακή βελτίωση της αγροτικής παραγωγικότητας προκειμένου να μπορέσει ο αγροτικός τομέας να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό και στον πλέον καλόπιστο ή αδαή πως στην Ελλάδα της Ευρωπαϊκής περιφέρειας τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη παρά της «εκσυγχρονιστικές» δοξασίες περί του αντιθέτου.

 

 

 

Η «αγοραιοποίηση» της Ελληνικής γεωργίας και τα αίτια της αγροτικής καθίζισης

 

Αποτελεί αυταπόδεικτο γεγονός πως ο βιομηχανικός τομέας, όπως αναπτύχθηκε στην χώρα μας, υπήρξε παραδοσιακά και εξακολουθεί να είναι δασμοβίωτος. Συμπληρωματικά προς αυτή την κατεύθυνση, η ένταξη μας στην ΕΟΚ και το παράλληλο άνοιγμα της κοινοτικής αγοράς οδήγησε στην ανάπτυξη ενός παρασιτικού (κατά το μεγαλύτερο μέρος του) τριτογενούς τομέα που απορρόφησε και απορροφά το 40% του ενεργού πληθυσμού. Η εξέλιξη αυτή, χωρίς να έχει καμία τεχνοκρατική συλλογιστική στην οποία να εδράζεται και άνευ υποστηρίξεως από μια ενδεχομένως ευεργετική σύνδεση του τριτογενούς τομέα με την παράλληλα αναδυόμενη πληροφορική επανάσταση και την αντίστοιχη επέκταση ενός εξειδικευμένου και παγκοσμίως ανταγωνιστικού τριτογενούς τομέα, οδήγησε προοδευτικά στην σηψαιμική κατάσταση της δημοσιονομικής παρακμής που βιώνουμε σήμερα.

 

Στον αντίποδα ο αγροτικός τομέας, αν και απασχολούσε το 31% του ενεργού πληθυσμού (έναντι μέσου ποσοστού 6% στα ευρωπαϊκά μητροπολιτικά αστικά κέντρα της ΕΟΚ), πλήγηκε σφοδρά από την ένταξη της χώρας μας στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά παρά τις πολυδιαφημισμένες και εξίσου «πολυδιασπαθισμένες» επιδοτήσεις από την ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική). Αποτελεσματικά, το ποσοστό των αγροτών επί του συνολικού παραγωγικού πληθυσμού υπέστη καθίζηση μεταξύ των ετών 1981 και 2013 καθώς μειώθηκε κατά το ήμισυ. 16% του ελληνικού πληθυσμού εξαναγκάστηκε σε φυγή από την ύπαιθρο την ίδια στιγμή που τα μεγάλα ευρωπαϊκά μητροπολιτικά κέντρα η αγροτική παραγωγή αναζωπυρώθηκε με γοργούς ρυθμούς προς όφελος των κρατών αυτών ή, αν προτιμάτε, εις βάρος του δικού μας κράτους. Τούτου ρηθέντος ας αναφερθεί πως ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της αγροτικής παραγωγής στα μητροπολιτικά ευρωπαϊκά κέντρα κατά την παρελθούσα εικοσαετία άγγιξε το 2% ενώ το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό σπάνια ξεπερνούσε το 0,2% ενώ την ίδια στιγμή έως το 1981 η αγροτική παραγωγή της χώρας αυξάνετο με ετήσιο ρυθμό περίπου 3%.

 

Η ζοφερή αυτή εξέλιξη της γεωργίας μας από την στιγμή που μετείχαμε στην κοινοτική αγορά αποτυπώνεται με τον πλέον γλαφυρό τρόπο στο αγροτικό ισοζύγιο το οποίο, ειρήσθω εν παρώδω υπολογίζεται βάσει των εξαγωγών μείον των εισαγωγών σε αγροτικά προϊόντα όπερ και παρουσιάζει τραγικών διαστάσεων επιδείνωση καθ’ όλη την περίοδο μεταγενέστερα της ένταξης μας στην κοινοτική αγορά. Είναι ευρέως γνωστό πως η Ελλάς εισήγαγε περισσότερα απ’ όσα εξήγαγε με αποτέλεσμα το αγροτικό ισοζύγιο να είναι μονίμως ελλειμματικό. Ταυτόχρονα και παρά την τάση για στροφή του αγροτικού πληθυσμού σε ευκαιριακές ή μη «αεριτζίδικες» απασχολήσεις του τριτογενούς τομέα που αναφέρθηκε παραπάνω, το ποσοστό του ελληνικού παραγωγικού πληθυσμού που απασχολείται ακόμη στη γεωργία παρέμεινε υπερπενταπλάσιο σε σχέση με τα ευρωπαϊκά μητροπολιτικά κέντρα, τα οποία κατά κανόνα διαθέτουν συνήθως πλεονάζοντα αγροτικά ισοζύγια. Το οξύμωρο αυτό σχήμα μπορεί να γίνει αντιληπτό σε όλο του το εύρος και συνεπώς να καταπολεμηθεί μόνο στη βάση της εξής ερώτησης: ποιά είναι τα πραγματικά αίτια στα οποία οφείλεται η προϊούσα καταστροφή της γεωργίας μας;

 

Εν σχέσει με τα πραγματικά αίτια της αγροτικής καθίζησης μπορεί κανείς εύλογα να διαπιστώσει πληθώρα ευθυνών στο ανάλγητο μεταπρατικό μεταπολιτευτικό κράτος των πολιτικάντηδων κυρίως του ΠΑΣΟΚ και δευτερευόντως της Νέας Δημοκρατίας, λόγω της δεδομένης κακοδιαχείρισης και της διασπάθισης των κοινοτικών κονδυλίων· όμως αυτή είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Μια δεύτερη ανάγνωση της πραγματικότητας φανερώνει πως η καθολική «αγοραιοποίηση» όλων των κλάδων τις ελληνικής οικονομίας, δηλαδή η βαθμιαία και εν πολλοίς άστοχη και προβληματική απελευθέρωση των αγορών, που επιχειρήθηκε με το μετέωρο βήμα του πελαργού από την εκάστοτε Ελληνική Κυβέρνηση, οδήγησε την γεωργία σε παρακμή κατόπιν της ένταξής μας στην ΕΟΚ. Τοιουτοτρόπως, ήδη από το πρώιμο στάδιο των αρχών της δεκαετίας του '80 άρχισε η βαθμιαία άρση των εσωτερικών κοινωνικών ελέγχων πάνω στην αγορά των αγροτικών προϊόντων. Παράγοντες όπως οι προστατευτικοί δασμοί ή ο καθορισμός τιμών μεταξύ άλλων απωλέσθηκαν ανεπιστρεπτί οδηγώντας σταδιακά μα ανεξέλεγκτα την ελληνική γεωργία στην σημερινή ιδιαιτέρως προβληματική πραγματικότητα.

 

Τούτο συνέβη ακριβώς επειδή μέσω της ΚΑΠ –η οποία ανέκαθεν καθοριζόταν ως συνάρτηση των συμφερόντων των πανίσχυρων Βορείων και Κεντροευρωπαϊκών μας εταίρων- η ελληνική γεωργία παραδόθηκε αμαχητί στο έλεος των δυνάμεων της κοινοτικής αγοράς οι οποίες, μέσω του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), οδήγησαν στην σταδιακή απεμπόληση κάθε έκφανσης προστασίας της αγροτικής παραγωγής, κυρίως σε εθνικό επίπεδο αλλά δευτερευόντως και σε κοινοτικό. Επομένως είναι πασιφανές πως οι επιδοτήσεις της ΚΑΠ προς την ελληνική γεωργία, για τις οποίες συχνά επαίρονται οι «εκσυγχρονιστές» και οι «ευρωκρατιστές» της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, διαδραμάτισαν τον ίδιο ακριβώς ρόλο που ουσιαστικά διαδραμάτισαν οι περισσότερες (αν όχι όλες) οι μεταβιβάσεις εξουσιών προς την ΕΕ σε σχέση με την ελληνική οικονομία.

 

Ουσιαστικά, συγκάλυψαν ενεργά την προϊούσα καταστροφή της ελληνικής εθνικής αγροτικής δομής καλύπτοντας το γεγονός με την χρυσόσκονη μιας τεχνητής ευμάρειας -όπου τα τρακτέρ αντικατεστάθησαν με Καγιέν- μέσω της παροδικής και εντελώς προσωρινής, όπως αποδείχτηκε, αύξησης του αγροτικού εισοδήματος. Στην πραγματικότητα η τεχνητή ευμάρεια των επιδοτήσεων ως τμήμα της ΚΑΠ περιόριζε δραστικά το τι παράγουμε και σε ποιο βαθμό. Πολύ περισσότερο όμως συνέβαλαν ουσιαστικά σε κάτι ακόμη σημαντικότερο: στην ενεργό απόκρυψη της θνησιγενούς διαστρέβλωσης της εθνικής γεωργικής παραγωγικής δομής του κράτους που επέφερε η Κοινοτική πολιτική. Σε ενεστώτα χρόνο το είδος και το μέγεθος της γεωργικής μας παραγωγής καθορίζεται σε σχέση με τις ανάγκες των εταίρων μας και, εννοείται, των συμφερόντων τους και όχι με βάση τις δικές μας εθνικές ανάγκες αυτάρκειας.

 

Από το 1992 που θεσπίστηκε η ΚΑΠ υποβάλλεται σε συνεχείς αναθεωρήσεις ώστε να μεταβληθεί από μία πολιτική τιμών και υποστήριξης της παραγωγής σε μία συγκροτημένη πολιτική ενίσχυσης του γεωργικού εισοδήματος. Ωστόσο παραμένει γεγονός πως τα κέρδη και οι απώλειες που συνδέονται με τις διαδικασίες της ΚΑΠ διανέμονται ετεροβαρώς ανάμεσα στα κράτη μέλη. Σε αυτή την περίπτωση, αν ο στόχος της ΚΑΠ, όπως περιγράφεται στο προοίμιο της, είναι η αύξηση του εισοδήματος των γεωργών τότε για μερικές χώρες της ΕΕ και σίγουρα για την πατρίδα μας θα ήταν προτιμότερο να εγκαταλειφθεί η ιδέα συμμετοχής στο εν λόγω ευρωπαϊκό το εγχείρημα και να παρασχεθεί άμεση εισοδηματική υποστήριξη μέσω εσωτερικής φορολογίας.

 

Από την σκοπιά του οικονομικού κόστους, η ΚΑΠ μπορεί να υπολογιστεί με όρους μερικής οικονομικής ισορροπίας. Ωστόσο είναι πάντα ορατές οι οικονομικές απώλειες που διακρίνονται κατά την παραγωγή γεωργικών προϊόντων οι οποίες λαμβάνουν χώρα υπό το βάρος δύο κυρίως παραγόντων: (α) αφενός εξαιτίας του γεγονότος πως οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επιβαρύνονται με υψηλότερες τιμές από εκείνες που επικρατούν στη διεθνή αγορά σε σχέση με την κοινοτική και (β) αφετέρου από το γεγονός ότι η αξία των πόρων παραγωγής που δεσμεύονται στη γεωργική παραγωγή είναι μεγαλύτερη από αντίστοιχη αξία που θα χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή προϊόντων των άλλων τομέων της οικονομίας. Καταλήγουμε λοιπόν νομοτελειακά στην παραδοχή πως χρησιμοποιώντας τα ίδια υποδείγματα μπορεί να υπολογιστεί ο λόγος του κόστους της αύξησης του γεωργικού εισοδήματος προς το συνολικό κόστος της κοινωνίας. Τέλος, αναφορικά με τον προβληματικό αν όχι τελικά ατελέσφορο και αυτοκαταστροφικό για την χώρα μας χαρακτήρα της ΚΑΠ, πρέπει να υπογραμμιστεί πως έθεσε συνεχή όρια για την φυτική (αλλά και την ζωική) παραγωγή, ενώ επέβαλε την βαθμιαία μείωση των αγροτικών εκτάσεων καθώς και αγροκαλλιεργειών, όχι μόνο σχετικά με πλεονασματικά, αλλά ακόμη και για ελλειμματικά προϊόντα όπως ο καπνός και το βαμβάκι.

 

Η μέθοδος των επιδοτήσεων λειτούργησε ως μια παροδική χρυσοποίκιλτη χωματερή ονείρων για την ελληνική γεωργία όπου το χρήμα κρατάει για λίγο και τα θνησιγενή αποτελέσματα για πολύ. Έτσι οι επιδοτήσεις, με την «αγαστή βοήθεια» του άνισου εις βάρος του ελληνικού αγροτικού κόσμου Βορειοευρωπαϊκού και Κεντροευρωπαϊκού ανταγωνισμού, λειτούργησαν ως μηχανισμοί μαζικής χειραγώγησης των ελλήνων παραγωγών. Οι τελευταίοι, όντας θολωμένοι αρχικά από την χρυσόσκονη των επιδοτήσεων (και οχυρωμένοι για μεγάλο χρονικό διάστημα πίσω από τα συντεχνιακά τους συμφέροντα), ήταν πεπεισμένοι πως το ξερίζωμα δεκάδων χιλιάδων σταφιδάμπελων από την Κρήτη ως τον Έβρο, η συρρίκνωση των εξαγωγών καπνού από την Στερεά Ελλάδα και η ριζική μείωση της παραγωγής σκληρού σταριού προς χάριν της …εταίρου Γαλλίας ενδεικτικά μεταξύ άλλων θα επέφερε –ως εκ θαύματος- ευεργετικό αντίκτυπο στην παραγωγή οπωροκηπευτικών την οποία, στην πραγματικότητα, έμελλε να «θάψουν» πολλές φορές έκτοτε στις χωματερές μαζί με την ελπίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον.

 

Παρά τις παραπάνω διαπιστώσεις όμως αναφορικά με τον ρόλο της ΚΑΠ και την χρησιμοποίηση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων ως μηχανισμό χειραγώγησης του αγροτικού κόσμου, όπως ακροθιγώς αναφέρθηκε παραπάνω, η βασική αιτία που οδήγησε στην αποδόμηση της ελληνικής γεωργίας ήταν η μετενταξιακή προϊούσα «αγοραιοποίηση» του αγροτικού τομέα, ήτοι η εναπόθεση της εύρυθμης λειτουργίας του στις δυνάμεις της κοινοτικής αγοράς. Η αγοραιοποίηση της ελληνικού αγροτικού τομέα (και κατ’ επέκταση συνολικά των εθνικών αγροτικών τομέων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου) συνεπάγεται πως η επιβίωση του εξαρτάται από την διελκυστίνδα του κοινοτικού ανταγωνισμού, στον οποίο κατά τεκμήριο επιβιώνουν οι οικονομικά ισχυρότεροι, ήτοι οι πανίσχυρες πολυεθνικές αγρό-επιχειρήσεις (agri-business) Βορείων και Κεντροευρωπαϊκών συμφερόντων οι οποίες λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίου και καλλιεργούμενων εκτάσεων που διαθέτουν, είναι ούτως ή άλλως ασυναγώνιστες.

 

Βεβαίως, το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά παρατηρείται γενικά στην διεθνή αγορά γενικότερα αλλά και συγκεκριμένα εντός της ΕΕ. Η, τρόπον τινά, «διεθνοποίηση» της αγροτικής οικονομίας παρά το γεγονός πως τριπλασίασε το παγκόσμιο εμπόριο γεωργικών αγαθών όπως θα σπεύσουν να ισχυριστούν «εκσυγχονιστικά» και «προοδευτικά» στοιχεία, οδήγησε σε μια γιγαντιαία συγκέντρωση πόρων και κεφαλαίου όπου κάθε θεωρία περί «Αόρατης Χείρας» του Άνταμ Σμίθ ή οι νεωτερισμοί της καταστρατηγούνται συλλήβδην. Παράλληλα η αγροτική εκβιομηχάνιση, που επίσης προωθήθηκε από την ΚΑΠ ως τμήμα της εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής στο πλαίσιο της οικονομίας της κοινοτικής αγοράς, οδήγησε στην περαιτέρω συστολή της ελληνικής γεωργίας καθώς βαθμιαία αλλά εν τούτοις δραστικά και αμετάκλητα ενήργησε ως κοινοτικός Δούρειος Ίππος συγκέντρωσης των πόρων και του κεφαλαίου σε όλα τα στάδια (παραγωγή, συσκευασία, διανομή και κατανάλωση). Συνεπακόλουθη της γεωργικής εκβιομηχάνισης υπήρξε μεν η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής, ως αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικότητας του ευρωπαϊκού αγροτικού κόσμου, ωστόσο διαπιστώνεται πλέον έμπρακτα πως μια δεύτερη ανάγνωση του φαινομένου μας οδηγεί εκ του αποτελέσματος στην παρατήρηση πως ακολούθως πλην όμως αντιστρόφως ανάλογα συμπιέσθησαν και οι τιμές των γεωργικών προϊόντων.

 

Διαχειριζόμενες με μαεστρία αφενός την συγκέντρωση κεφαλαίου και αγροτικών πόρων και αφετέρου την πληθυσμιακή δυναμική της διεθνοποιημένης αγοράς οι Βορειοευρωπαϊκές και Κεντροευρωπαϊκές πολυεθνικές αγρό-επιχειρήσεις εκτόπισαν τον μέσο και μικρότερο ευρωπαϊκό αγροτικό κόσμο μέσω της συμπίεσης των τιμών που επιβάλλεται δια των αρχών του διεθνούς αλλά και ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού. Συγχρόνως, η εξάρτηση του ευρωπαίου γεωργού από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις προκειμένου να προμηθευτεί φυτοφάρμακα, λιπάσματα, μηχανήματα κ.λπ. κατέστησε των ευρωπαίο παραγωγό δεσμώτη της κοινής αγοράς και τελικά απόκληρο της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παραπάνω φαινομένου αποτελεί ο αγροτικός τομέας της Μεγάλης Βρετανίας ο οποίος σήμερα παράγει υπερτριπλάσια αγροτικά αγαθά σε σχέση με πριν από 30 χρόνια αλλά το εισόδημα του μειώθηκε κατά το ήμισυ. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η επιβίωση του αγροτικού κόσμου, πλέον, εξαρτάται από την άνιση πάλη του με τις συμπληγάδες της κοινοτικής αγοράς καλούμενος να ελαχιστοποιήσει τα έξοδα παραγωγής εντός ενός πλαισίου απορρύθμισης λόγω της συμμετοχής στην κοινοτική αγορά.

 

 

 

Η απόφαση για αναθεώρηση της ΚΑΠ και η κριτική του ΟΟΣΑ

 

Η τελευταία κοινοτική θεσμική εξέλιξη σχετικά με την ΚΑΠ είναι η αναθεώρηση που επήλθε επ’ αυτής από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Λουξεμβούργο το 2003 στα πλαίσια της “agenda 2000”. Το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής υπήρξε η αποσύνδεση της άμεσης ενίσχυσης στον παραγωγό από το ύψος παραγωγής και το είδος της καλλιέργειας αν και οι άμεσες ενισχύσεις διατηρήθησαν υπό όρους και προϋποθέσεις αναφορικά με την εγκατάλειψη συγκεκριμένων γεωργικών κλάδων. Για τους σημαντικότερους τομείς όπως ενδεικτικά το βαμβάκι, το καπνό και το ελαιόλαδο η αναθεώρηση του Λουξεμβούργου περιελάμβανε ενισχύσεις οι οποίες θα εντάσσονταν στο νομικό πλαίσιο της ενιαίας ενίσχυσης κατά το δόγμα του singlefarmpayment. Αποφασίστηκε επιπροσθέτως πως οι επιδοτήσεις δεν είναι πλέον ανάλογες του μοντέλου αναφορικά με τον όγκο παραγωγής, κατά το οποίο ο μείζων όγκος παραγωγής ισοδυναμεί με περισσότερες επιδοτήσεις, αλλά πλέον σχετίζονται με το μέσο όρο του ύψους των επιδοτήσεων που έλαβε ο παραγωγός κατά την ιστορική περίοδο αναφοράς, ήτοι για τα έτη 2000 έως 2002. Κάπως έτσι η χρυσόσκονη άρχισε ξεπλένεται από τους οφθαλμούς των ελλήνων γεωργών οδηγώντας τους στην συνειδητοποίηση πως μόνο η στροφή στην εθνική παραγωγή και όχι πλέον ο κοινοτικός άνισος ανταγωνισμός θα μπορούσε να απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής γεωργίας.

 

Κατά την ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Λουξεμβούργο οι βασικές επιδιώξεις της αναθεωρημένης ΚΑΠ είναι οι εξής πέντε: (α) η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, (β) η ενίσχυση του προσανατολισμού προς την αγορά, (γ) ο αυξημένος περιβαλλοντικός σεβασμός, (δ) η σκοπούμενη σταθερότητα στα γεωργικά εισοδήματα και (ε) θεωρητικά η μεγαλύτερη προσοχή στους παραγωγούς στις λιγότερο προνομιούχες περιοχές. Για την επίτευξη των στόχων ταυτόχρονα με την αρχή της αποσυνδεδεμένης ενίσχυσης, η νέα ΚΑΠ προβλέπει, μεταξύ άλλων, περιορισμό του κρατικού παρεμβατισμού στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την προστασία της ασφάλειας των αγορών και την πλήρη ρύθμιση τους από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το μέρος της ενίσχυσης που είναι συνδεδεμένο με την παραγωγή, θα καταβάλλεται υπό την προϋπόθεση, ότι ο παραγωγός θα συνεχίσει την παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων. Τέλος, προϋπόθεση για την είσπραξη της ενιαίας αποσυνδεδεμένης ενίσχυσης θα είναι ο σεβασμός συγκεκριμένων κανόνων σχετικών με τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των φυτών και των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος.

 

Η κριτική απέναντι στην αναθεώρηση της ΚΑΠ ήταν έντονη ακόμη και από τον ΟΟΣΑ τα στελέχη του οποίου προχώρησαν στην δημοσίευση της αποτίμησης των επιδράσεων της νέας ΚΑΠ. Η ανάλυση έγινε υπό την υπόθεση ολικής αποδέσμευσης που ουσιαστικά εισηγείται η ΚΑΠ με τα αποτελέσματα να είναι αμείλικτα. Μικρές μειώσεις στην παραγωγή των περισσότερων αγαθών και λίγο μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις στις καθαρές εξαγωγές σε συνδυασμό με μικρές αλλαγές στο ύψος των ενισχύσεων για τους παραγωγούς, αλλά σημαντικές αλλαγές στην διάρθρωση των ενισχύσεων καθώς σημαντικό μέρος των ενισχύσεων δεν συνδέεται με την παραγωγή και το είδος του αγαθού δημιουργούν την εντύπωση ενός νομοθετικού πλαισίου απορρύθμισης της ευρωπαϊκής γεωργίας η οποία γίνεται βορά στον διεθνή ανταγωνισμό την ίδια στιγμή που η ΕΕ εγκαλείται από τους εμπορικούς της εταίρους αναφορικά με τα σημαντικά κόστη που επιβάλλει στις αναπτυσσόμενες χώρες.

 

Συμπληρωματικά, η έκθεση του ΟΟΣΑ καταλήγει προοδευτικά στο συμπέρασμα πως ακόμη και μετά την αναθεώρηση της ΚΑΠ σε πολλά αγαθά τα προστατευτικά μέτρα εξακολουθούν να ισχύουν εμποδίζοντας τις δυνάμεις της αγοράς από το να καθοδηγούν πλήρως τις αποφάσεις για παραγωγή. Στον αντίποδα, καθώς η ενιαία ενίσχυση βασίζεται στις ενισχύσεις των ετών αναφοράς (2000-2002) παραμένει σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με την αγροτική έκταση γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι εύποροι αγρότες με τις μεγαλύτερες εκτάσεις ευνοούνται περισσότερο σε σχέση με τους μικρούς και μέσους γαιοκτήμονες.

 

Παράλληλα, η ΚΑΠ παραμένει μία από τις πλέον δαπανηρές πολιτικές της ΕΕ δεχόμενη πληθώρα κριτικής τόσο σε διεθνές επίπεδο, αναφορικά με την δυνατότητα της να ανταποκριθεί στις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς συνεπάγεται μεγάλα κόστη για τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους ενώ είναι αναποτελεσματική στην ενίσχυση των αγροτών και την προστασία του περιβάλλοντος. Οι πλέον συντηρητική εκτίμηση σε απόλυτους αριθμούς, σύμφωνα με την αποτίμηση του ΟΟΣΑ, καταδεικνύει πως η ΚΑΠ θα αφήσει την ήδη νοσούσα Ευρωπαϊκή οικονομία πτωχότερη κατά 100 δις Ευρώ. Εις ό, τι αφορά τους ευρωπαίους πολίτες (μεταξύ αυτών και τους Έλληνες) πρέπει να αναφερθεί πως το κόστος θα είναι ακόμη πιο υψηλό. Κατά την εκτίμηση του ΟΟΣΑ το κόστος ανέρχεται σε 100 δις Ευρώ τον χρόνο εκ των οποίων το 50% επιβαρύνει τους φορολογούμενους ευρωπαίους και τα υπόλοιπα συνολικά τους καταναλωτές λόγω υψηλότερων τιμών στα κοινοτικά γεωργικά αγαθά. Λαμβανομένων τούτων υπόψιν υπολογίζεται πως η ΚΑΠ ουσιαστικά ισοδυναμεί με έναν φόρο προστιθέμενης αξίας στα αγροτικά αγαθά ίσο με 15% ενίσχυση της τιμής του προϊόντος που, όπως καταλήγει και ο ΟΟΣΑ, αν αφαιρείτο από το εκάστοτε αγροτικό προϊόν ο Ευρωπαϊκός πληθωρισμός θα μειώνονταν στην Ευρώπη κατά 0,9%.

 

Το Συντηρητικό Μοντέλο επανεκκίνησης της γεωργίας

 

Υπό το γενικότερο ειδικό βάρος της προϊούσας οικονομικής κρίσης μια Συντηρητική διακυβέρνηση της χώρας πρέπει να εξασκήσει την επιρροή της προκειμένου οι μελλοντικές αναθεωρήσεις της ΚΑΠ να επικεντρωθούν στο να εξασφαλίζουν την τήρηση των αρχών για βιώσιμη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού η ΚΑΠ θα πρέπει αφενός να διασφαλίζει ένα ελεύθερο και δίκαιο θεσμικό πλαίσιο στην Ευρώπη για τους αγρότες να παράγουν και να εμπορεύονται τα αγαθά τους σε μία ενιαία αγορά όπως συμβαίνει σε πολλούς άλλους τομείς της οικονομίας ενώ αφετέρου το ίδιο θεσμικό πλαίσιο να καθορίζει σε μακροχρόνιο επίπεδο μη στρεβλωτικά για την παραγωγή μέτρα, που θα εφαρμοστούν στα κράτη-μέλη σε τοπικό επίπεδο για την επίτευξη των παραπάνω στόχων με γνώμονα τις προτεραιότητες σε εθνικό επίπεδο και σε συμφωνία αλλά όχι ταύτιση με την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ. Επιπλέον η κατάργηση της ενισχυτικής τιμής και οι επιδοτήσεις κατανάλωσης ή και παραγωγής των αγροτικών προϊόντων κρίνεται ως επιβεβλημένη.

 

Επομένως καθίσταται φανερό πως η βαθιά ελληνική κρίση του αγροτικού τομέα είναι κυρίως «συστημική», καθώς αφορά δηλαδή το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να ξεπεραστεί με μια ενδεχόμενη γεωργική στροφή στη καλλιέργεια βιολογικών προϊόντων, ως προτείνεται δίκην πανάκειας από «προοδευτικά» και «οικολογικά» στοιχεία του δημόσιου βίου καθώς μια τέτοια κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ριζική αποκέντρωση στην παραγωγή και την κατανάλωση, ήτοι την αντιστροφή της συγκέντρωσης που ιστορικά επέφερε η δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Για τους σκοπούς του Συντηρητικού μοντέλου γεωργίας στόχευση είναι η επιστροφή σε ένα εθνικό μοντέλο ρύθμισης της Ελληνικής γεωργίας περισσότερο εξατομικευμένο στις ελληνικές ιδιαιτερότητες και ποιοτικότερα επικεντρωμένο στις ανάγκες του έλληνα γεωργού. Το λειτουργικό αυτό εθνικό μοντέλο γεωργίας, στοχεύει κυρίως στην κάλυψη της εθνικής αυτάρκειας αλλά παράλληλα και στην βελτίωση του ελλειμματικού γεωργικού εμπορικού ισοζυγίου.

 

Σε αντίθεση με το μεταπρατικό μεταπολιτευτικό ελληνικό κράτος, όπου ο εξωγενής μιμητισμός έχει καταστεί φόρμουλα διαμόρφωσης πάσας κοινωνικής ή και οικονομικής πολιτικής, στο παρόν ζήτημα πρέπει να ενσκήψουμε με καλή πίστη πάνω από τις ανάγκες των γεωργών και αφουγκραζόμενοι και κατανοώντας τα προβλήματα τους υπό το πρίσμα τόσο των παραπάνω εθνικών στοχεύσεων όσο και των συσχετισμών της διεθνούς αγοράς προκειμένου να σχηματίσουμε ένα σύγχρονο Ελληνικό δόγμα αγροτικής πολιτικής που θα λειτουργεί κυρίως προς όφελος της χώρας μας και δευτερευόντως προς όφελος της κοινοτικής αγοράς χωρίς απαραίτητα να είναι ανταγωνιστικό έναντι αυτής. Κύριος σκοπός του νέου δόγματος πρέπει να είναι η σύναψη Διμερών και Πολυμερών Εμπορικών Συνθηκών μεταξύ της Ελλάδος και άλλων αγορών, εκτός ΕΕ σε πρώτη φάση, οι οποίες όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό θα αποτελέσουν το οικονομικό καύσιμο για επανεκκίνηση της επί μακρόν νοσούσας ελληνικής γεωργίας.

 

Βιβλιογραφία:

 

OECD (2004), ‘Analysis of the 2003 CAP Reform’, Paris

 

Department for Environment Food and Rural Affairs (2005), ‘A Vision for the Common Agricultural Policy’

 

European Commission (2004), ‘CAP reform, accomplishing sustainable agriculture: the Tobacco, olive oil, cotton , sugar and hops sectors’

 

European Commission, Directorate-General for Agriculture (2003), ‘Reform of the Common agricultural policy: A long term perspective for sustainable agriculture’

 

Koundouri, P., et al., 2009. The effects of EU agricultural policy changes on farmers' risk attitudes European Review of Agricultural Economics. doi: 10.1093/erae/jbp003

 

Koundouri, P., et al., 2006. Technology Adoption Under Production Risk: Theory and Application to Irrigation Technology. American Journal of Agricultural Economics, 88(3) August: 657-670.

Διαβάστηκε 3294 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016 13:03
Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…