Αμερική: μια διχασμένη κοινωνία σε τεντωμένο σχοινί

[11-11-2016]

του Μάριου Νοβακόπουλου*

Εθνολαϊκιστικός κεραυνός εν αιθρία

Τα νέα από τις αμερικανικές κάλπες τάραξαν όλον τον πλανήτη.  Μία αναπάντεχη κοινωνική και ιδεολογική επανάσταση έστειλε τρομακτικές σεισμικές δονήσεις στα θεμέλια του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού συστήματος.  Ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, ενάντια σε όλους τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, τους οικονομικούς παράγοντες, τα πολιτικά και κομματικά δίκτυα, κάθε ιστορικό προηγούμενο και συμβατική ανάλυση, ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Donald Trump κατέκτησε την προεδρία των ΗΠΑ.  Η 8η Νοεμβρίου σίγουρα θα καταγραφεί στην ιστορία ως σημείο καμπής για την πολιτική και την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Δυτικού κόσμου, πιθανώς ως η κατακλείδα της μεταβατικής, μεταψυχροπολεμικής περιόδου και ο επίσημος ενταφιασμός του δόγματος του «τέλους της ιστορίας».

Χιλιάδες δημοσιογράφοι, πολιτικοί επιστήμονες και διεθνολόγοι έχουν κάνει και ακόμη συντάσσουν απειράριθμες αναλύσεις για τα αποτελέσματα.  Τι οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιλέξουν έναν μεγαλομανή κροίσο έναντι μίας διαπλεκόμενης αλλά πεπειραμένης πολιτικού και πρώην Πρώτης Κυρίας; Εδώ θα γίνει η προσπάθεια να αναλυθούν κάποια βασικά στοιχεία, που αφορούν τον μετασχηματισμό του διεθνούς συστήματος και των δυτικών κοινωνιών, όπως και των εσωτερικών χασμάτων και προβλημάτων που ταλανίζουν τις ΗΠΑ.

Σε διεθνές επίπεδο φαίνεται ολοκάθαρα η τεράστια απόσταση που πλέον χωρίζει τις ανώτερες τάξεις (και ιδίως τα διεθνοποιημένα μεγαλοαστικά, επιχειρηματικά και τεχνοκρατικά στρώματα που αποτελούν την φιλελεύθερη κοσμοπολίτικη ελίτ) με τις μάζες των φτωχών και των μικρομεσαίων πολιτών. Οι ελίτ, έχοντας το μονοπώλιο της πρόσβασης στις σημαντικότερες δομές του παγκοσμίου status quo (επιχειρήσεις, διεθνή φόρα και οργανισμοί, ΜΜΕ κ.α.) έχουν πλήρως ασπαστεί το όραμα της παγκοσμιοποίησης, του διεθνισμού, της «ποικιλομορφίας» και του «πολυπολιτισμού», ενώ η ευμάρεια και η κοινωνική περιχαράκωση τους εμποδίζει να αντιληφθούν αυτό που δημοσιογραφικώς αποκαλείται «ο παλμός της κοινωνίας».  Διότι οι κοινωνίες των δυτικών χωρών, οι εργάτες, οι υπάλληλοι, οι μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες, οι αγρότες και οι άνεργοι δεν βλέπουν κανένα λαμπρό μέλλον μπροστά τους.  Η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, οι ραγδαίες μεταβολές στο ηθικό, πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, η ριζοσπαστική δημογραφική ανατροπή μέσω της μαζικής μετανάστευσης και η εξασθένιση φορέων όπως η κοινότητα και το κυρίαρχο κράτος χάριν του απορρυθμισμένου καπιταλισμού και των υπερεθνικών οργανισμών, όλα αυτά μαζί τροφοδοτούν μία αληθινή ανταρσία των πολιτών που τροφοδοτεί τα εθνικιστικά, λαϊκιστικά και (σπανιότερα) αριστερά κινήματα από την Ελλάδα και τη Γερμανία μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία και πλέον τις ΗΠΑ.

Το παλαιό δίπολο αριστεράς και δεξιάς, ήδη προβληματικό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πλέον τείνει προς ολική απαξίωση. Τώρα δεν υπάρχουν δύο συμβατικά αντίπαλα στρατόπεδα (όπως ήταν το Δυτικό και το Ανατολικό Μπλοκ) αλλά μία δύναμη status quo και ασύντακτες αλλά διαρκώς ισχυροποιούμενες αναθεωρητικές δυνάμεις «ανταρτών», που ζητούν να την εκθρονίσουν.  Το κατεστημένο είναι ο «μετριοπαθής» πολιτικός χώρος κεντροδεξιάς-κεντροαριστεράς που κυριαρχεί στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Απέναντι του ορθώνονται οι παρατάξεις και τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα των οπαδών της κρατικής κυριαρχίας, της παραδοσιακής κοινωνίας, της περιορισμένης μετανάστευσης και μία άβολη συμμαχία παραδοσιακών συντηρητικών και επαναστατικών ακροδεξιών. Με μία λέξη, οι εδώ σκωπτικά αποκαλούμενοι «εθνολαϊκιστές». Αυτή είναι η αντιπαράθεση (τουλάχιστον μακροσκοπικά) στο σύγχρονο κόσμο. Η αριστερά μέχρι στιγμής υστερεί στην αξιοποίηση της λαϊκής οργής και μόνο σε συγκεκριμένες χώρες έχει αναπτυχθεί, καθώς συν τοις άλλοις τάσσεται υπέρ του φιλελευθέρου κατεστημένου στο σύνολο των ηθικοκοινωνικών και πολιτιστικών ζητημάτων. Οι διαφορές κεντροδεξιών χριστιανοδημοκρατών και κεντροαριστερών σοσιαλδημοκρατών, που ήσαν οι βασικοί πυλώνες του πολιτικού παιγνίου για δεκαετίες, πλέον φαίνονται ασήμαντες. Στην Ευρώπη κυβερνήσεις τέτοιων συνασπισμών έχουν γίνει πλέον ο κανόνας σε μια προσπάθεια να αναχαιτισθεί η άνοδος των εθνικιστών και των αριστερών, ενώ στις ΗΠΑ ένα μεγάλο μέρος του κατεστημένου του Ρεπουμπλικανικού κόμματος (νεοσυντηρητικοί, business Republicans, fiscal conservatives κ.α.) όχι απλά αντιτάχθηκε σφοδρά στην υποψηφιότητα Trump, αλλά επέλεξε να απέχει ή και να στηρίξει την Clinton στις εκλογές.

Και φυσικά, μετά τις παταγώδεις αποτυχίες τους να καλύψουν και να προβλέψουν γεγονότα από το ελληνικό δημοψήφισμα μέχρι το Brexit και την εκλογή Trump, τα διεθνή ΜΜΕ είναι έκθετα. Παρουσιάζοντας την επικαιρότητα και αναλύοντας τα πολιτικά ζητήματα με τρόπο σκανδαλωδώς μονομερή και προδιατεθειμένο υπέρ των εκλεκτών των πολιτικών δυνάμεων, προκάλεσαν την αηδία και τη δυσπιστία του κοινού τους. Από τα ημέτερα κανάλια ως το CNN οι κολοσσοί της ενημέρωσης είδαν όχι απλά να χάνουν κάθε ίχνος σεβασμού των πολιτών αλλά και να υποσκελίζονται δραματικά από εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διάφορα ιστολόγια και πλατφόρμες συζήτησης όπως το reddit και το 4chan πιστώνονται σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση της εκστρατείας του Donald Trump και της αντίδρασης στο αφήγημα των κατεστημένων media. Τα τελευταία περιφρονούν και κατηγορούν τους ανταγωνιστές τους ως μέσα προπαγάνδας και διάδοσης μίσους και θεωριών συνομωσίας, διαπιστώνουν όμως πως με τη δική τους επιεικώς αντιδεοντολογική στάση πλέον δεν είναι σε θέση να δράσουν ως τιμητές κανενός.

Μία χώρα, δύο νευριασμένες κοινωνίες

Όλες αυτές οι διαφορές και οι συγκρούσεις αποτυπώνονται ξεκάθαρα στο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο των ΗΠΑ. Το Δημοκρατικό Κόμμα υπέστη μία οριακή μεν αλλά συμβολικά βαριά ήττα, τα δε «τζάκια» και η κομματική νομενκλατούρα των Ρεπουμπλικανών πριν από μήνες βίωσαν βαριά ταπείνωση. Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης απαξιώθηκαν, οι κανόνες του πολιτικού παιγνίου άλλαξαν οριστικά και αμετάκλητα. Πολιτικοί και πάσης φύσεως ειδήμονες (εντός και εκτός εισαγωγικών) δηλώνουν την απογοήτευση και ανησυχία τους ενώ αστέρες της βιομηχανίας του θεάματος θρηνούν στο twitter ή στην κάμερα.

Πιο συγκεκριμένα, το εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών χαρακτηρίζεται από κάποια συγκεκριμένα γνωρίσματα που οδήγησαν την κατάσταση εκεί που βρίσκεται.  Διότι ναι μεν ο Trump ηγήθηκε μίας ειρηνικής επανάστασης που η χώρα είχε να δει από την εποχή του Reagan, όμως δεν δημιούργησε ο ίδιος τις συνθήκες. Απλώς με μεγάλη οξυδέρκεια τις διέγνωσε και τις χειραγώγησε.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της ανόδου του Trump και της απήχησης της ρητορικής του ήταν οι δραματικές δημογραφικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στις ΗΠΑ. Οι Λευκοί Αμερικανοί βρίσκονται σε υποχώρηση εδώ και δεκαετίες. Μετά το 1960 η εισροή μεταναστών από την Ευρώπη μειώθηκε ενώ ταυτόχρονα επιτράπηκε η προσέλευση αλλοδαπών από τoν Τρίτο Κόσμο. Έτσι δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως Λατινοαμερικανοί αλλά και κοινότητες από κάθε γωνία του πλανήτη κατέκλυσαν τις ΗΠΑ και άλλαξαν ριζικά το πρόσωπο της χώρας. Οι νέοι πληθυσμοί άλλαξαν την πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας, αλλοίωσαν την ομοιογένεια και συνεπώς την κοινωνική και πολιτική παράδοση πολλών περιοχών, έφεραν νέες συνήθειες αλλά και νέα προβλήματα. Ιδίως από τα μεξικανικά σύνορα η ροή της δραστηριότητας του οργανωμένου εγκλήματος (ναρκωτικά, εμπόριο λευκής σαρκός κτλ.) έχει καταστεί μάστιγα. Οι μετανάστες προσφέρουν φθηνή εργασία δημιουργώντας τριβές με τους εντόπιους εργάτες.  Καθώς οι μειονότητες έχουν υψηλότερους ρυθμούς γεννήσεων από τους Λευκούς, αυτό συντελεί ακόμη περισσότερο στην ανατροπή των δημογραφικών ισορροπιών.  Το 1940 το 90% των Αμερικανών ήταν Λευκοί. Σήμερα είναι μόλις το 63% και πριν τα μισά του αιώνα θα έχουν γίνει μειονότητα. Αυτή η προοπτική προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια σε ολοένα και μεγαλύτερες μάζες Λευκών, ενώ συνεχίζεται η ριζοσπαστικοποίηση τόσο των μειονοτήτων (π.χ. το φιλοτάραχο κίνημα Black Lives Matter, οι αστικές συγκρούσεις και οι εκτελέσεις αστυνομικών) όσο και της προοδευτικής ακροαριστεράς που ελέγχει τα πανεπιστήμια και τον πολιτισμό (στην κοσμοθέαση της οποίας οι Λευκοί Αμερικανοί είναι εκ φύσεως προνομιούχοι καταπιεστές ανεξαρτήτως της κοινωνικής ή οικονομικής τους επιφανείας).

Αυτό το άγχος των Λευκών δεν είναι αποτέλεσμα μόνο ανησυχίας για την εγκληματικότητα ούτε τυφλή φυλετική προκατάληψη (αν και, εκμεταλλευόμενες το όλο κλίμα, γνησίως ρατσιστικές δυνάμεις όντως απενοχοποιούνται και ισχυροποιούνται). Η γενικότερη κατάσταση της Λευκής εργατικής τάξης είναι αξιοθρήνητη. Οι αλλαγές στην οικονομία, η μετάβαση από τη βιομηχανική εποχή σε αυτήν της τεχνολογίας και των υπηρεσιών, η φυγή επιχειρήσεων προς χώρες του εξωτερικού, η κοινωνική αποσύνθεση, όλα αυτά έχουν συνθέσει ένα σκηνικό παράλυσης και απελπισίας. Οι φτωχοί Λευκοί έχουν τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών και υψηλότερη γενική θνησιμότητα από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα. Τα παλιά βιομηχανικά κέντρα των Μεγάλων Λιμνών (Rust Belt) έχουν γίνει πόλεις-φαντάσματα καθώς χιλιάδες εργοστάσια έκλεισαν και εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους. Στις ήδη φτωχές περιοχές των Απαλλαχίων ορέων η αποβιομηχάνιση και το κλείσιμο των ορυχείων έχει αφήσει πίσω διαλυμένες κοινότητες και έρημες κωμοπόλεις και χωριά. Το χάσμα πόλεων και υπαίθρου έχει γίνει τεράστιο, τόσο σε οικονομικό όσο σε πολιτιστικό επίπεδο. Η παρακμή της θρησκευτικότητας στέρησε από τα κατώτερα στρώματα ένα πολύτιμο δίκτυο κοινωνικοποίησης, αλληλεγγύης και βοήθειας, ενώ οι διαλυμένες οικογένειες και η εξάρτηση από την ηρωίνη οδηγούν τους νέους σε αδιέξοδο. Το Δημοκρατικό Κόμμα, που ανοίγεται στους Λευκούς αστούς και τις μειονότητες, αγνόησε ολοκληρωτικά αυτούς τους ανθρώπους (που παλαιότερα θεωρούντο παραδοσιακοί υποστηρικτές του), ενώ για χρόνια οι Ρεπουμπλικανοί δεν άκουγαν τα προβλήματα τους, θεωρώντας την ψήφο τους δεδομένη. Ο Trump σάρωσε σε αυτές τις περιοχές λόγω της υπόσχεσης του να περιορίσει τη φυγή επιχειρήσεων, να επιβάλει περιορισμούς στο εξωτερικό εμπόριο και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας.

Απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους και τα λοιπά συντηρητικά κοινωνικά στρώματα βρίσκεται η «μπλε Αμερική», οι οπαδοί των Δημοκρατικών. Ένα σημαντικό μέρος της ανήκει στην ελίτ: Λευκοί μεσοαστοί της Νέας Αγγλίας και της Δυτικής Ακτής, ο πολιτικός και δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος του Βορείου Ατλαντικού (Beltway), ο επιχειρηματικός κόσμος της Wall Street και της Silicon Valley, οι κάτοικοι των πολυπολιτισμικών πόλεων της Καλιφόρνια. Η απόλυτη ταύτιση του Δημοκρατικού Κόμματος με τον κοινωνικό προοδευτισμό έχει συσπειρώσει φανατικά γύρω του άθεους, ομοφυλοφίλους, φεμινίστριες, νέους ριζοσπάστες και το star system του Hollywood. Μαζί τους βρίσκονται οι μειονότητες, οι Ισπανόφωνοι, οι Μαύροι και δευτερευόντως οι (αρκετά ανεπτυγμένοι και επιτυχημένοι ως κοινότητα) Ασιάτες. Οι δύο πρώτοι στηρίζονται στους Δημοκρατικούς για την παραδοσιακά φιλική προς τις μειονότητες στάση τους αλλά και για τις πολιτικές κράτους προνοίας που ακολουθούν. Η φτώχεια, η εγκληματικότητα και ο κοινωνικός αποκλεισμός ταλανίζουν επί δεκαετίες τις μειονότητες και συντηρούν το χάσμα με τους Λευκούς.  Προφανώς όταν οι Μαύροι των γκέτο (inner city) και των φτωχών περιοχών του Νότου, που χαρακτηρίζονται από υψηλή εγκληματικότητα και ποσοστά φυλάκισης, συντριπτική πλειοψηφία μονογενοεϊκών οικογενειών, ανεργία και χαμηλή κοινωνική κινητικότητα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως πολλοί Λευκοί διαμαρτύρονται και νιώθουν να απειλούνται. Κάτι τέτοιο ακούγεται σαν εμπαιγμός, σαν φάρσα: οι μνήμες άλλωστε του Λευκού ρατσισμού είναι ακόμη νωπές.

Τα δύο στρατόπεδα συγκρούστηκαν με πρωτοφανή σφοδρότητα και σε ένα άλλο θέμα, αυτό της περιβόητης πολιτικής ορθότητας. Η ηγεμονία των Δημοκρατικών στα ΜΜΕ και τα πανεπιστήμια έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη κωδίκων συμπεριφοράς και ομιλίας, όπου κάποιες λέξεις απαγορεύονται, κάποιες κοινωνικές ομάδες είναι υπεράνω κριτικής και κάποιες δραστηριότητες απλά δεν επιτρέπονται. Από υπερβολικό ζήλο να εντοπίσει και να καυτηριάσει την όντως μισαλλοδοξία, η προοδευτική νομενκλατούρα καυτηριάζει και καταγγέλλει την παραμικρή απόκλιση από το ιδεολογικό της αφήγημα ως ρατσισμό, ξενοφοβία, ομοφοβία, τρανσφοβία, ισλαμοφοβία, σεξισμό, μισογυνισμό κ.α. Ο Trump από την πρώτη στιγμή περιφρόνησε θορυβωδώς αυτές τις συμβάσεις, κάνοντας αρνητικές αναφορές για μουσουλμάνους, Μεξικανούς, γυναίκες κ.α. Κάθε φορά θεωρείτο πως η παράβαση του κώδικα αυτού θα έφερνε το τέλος του, όμως το θράσος του απέναντι σε ένα καθεστώς που πολλοί δε βλέπουν ως πλέγμα προστασίας από το μίσος αλλά όργανο ιδεολογικής επιβολής και λογοκρισίας προκάλεσε ενθουσιασμό σε πολλούς.

Συνοχή στον καιρό της πόλωσης;

Τη δεκαετία του 1990 ο παλαιοσυντηρητικός Patt Buchanan ανησύχησε δύο φορές το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος όταν προσπάθησε να πάρει το χρίσμα για την προεδρία.  Με ατζέντα ίδια σχεδόν με αυτήν του Trump, ο Buchanan κήρυττε πόλεμο στην ελίτ της παγκοσμιοποιήσεως: «Ακούνε τις φωνές των χωρικών πέρα από τους λόφους. Όλοι οι ιππότες και οι βαρώνοι ιππεύουν μέσα στο κάστρο και σηκώνουν τη γέφυρα πίσω τους στο λεπτό. Όλοι οι χωρικοί έρχονται με τις πιρούνες». Εκείνη την εποχή όμως η κατάσταση στην Αμερικανική κοινωνία ήταν πιο αισιόδοξη, η παγκοσμιοποίηση στο απόγειο της και τα πάθη λιγότερο εξημμένα.  Τώρα η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Σε μία μανιασμένη και συνάμα απελπισμένη έφοδο, οι «χωριάτες», με επικεφαλής έναν επαναστάτη «βαρώνο», γκρέμισαν την πολιτική «φεουδαρχία» από το θρόνο της.

Τα ρήγματα στην αμερικανική κοινωνία είναι πολύ μεγάλα. Μία πολυπολιτισμική χώρα λειτουργεί ομαλά όσο υπάρχουν αξιόπιστοι θεσμοί, κοινωνική κινητικότητα και οικονομική ανάπτυξη. Όταν εκλείψουν αυτά, οι άνθρωποι τείνουν να εκφραστούν όλο και περισσότερο με την ταυτότητα και τον πολιτισμό τους (identity politics). Και όταν η μισή χώρα κυριολεκτικά δε μπορεί να συζητήσει με την άλλη μισή, όταν η μία πλευρά εχθρεύεται παθιασμένα την άλλη και φοβάται πως η επικράτηση της θα σημαίνει τη δική της καταστροφή, η διατήρηση της εθνικής ενότητας καθίσταται δύσκολο εγχείρημα. Ο Donald Trump με τη ρητορική του εξήψε τα πάθη των συντηρητικών και των Λευκών, που επί χρόνια ένιωθαν περιθωριοποιημένοι και φιμωμένοι από το φιλελεύθερο κατεστημένο. Από την άλλη η «μπλε Αμερική» είναι οργισμένη, πικραμένη και ανήσυχη, ήδη αντιδρά σπασμωδικά. Η θητεία Ομπάμα είδε τα φυλετικά μίση να αναζωπυρώνονται και τις κοινωνικές συγκρούσεις να εντείνονται.  Μία θητεία Trump με αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και το ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο να ξεθεμελιώνει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Ομπάμα θα συναντήσει αποφασισμένη αντίσταση. Για να διασωθεί  η συνοχή των ΗΠΑ απαιτείται μία πολιτική πολύ συνετή, με ενωτική ρητορική, διάλογο και ήπια προσαρμογή.  Πράγματα όμως που δεν μοιάζουν να εμπνέουν ούτε τα δύο κόμματα, ούτε την κοινωνική τους βάση.

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

Διαβάστηκε 848 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016 08:34
Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…