Καταβολές, ιδεολογία και μέλλον του Εθνικού Μετώπου (μέρος Α)

ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ: Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ «ΠΟΥΖΑΝΤΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ JEAN-MARIE LE PEN ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΕΡΕΩΜΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

Μια ανάσα πριν τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2017, το Εθνικό Μέτωπο (Front National) είναι το πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις στη Γαλλία. Το κόμμα που έχει ως έμβλημα την κυανέρυθρη φλόγα μετρά 45 χρόνια από την ίδρυσή του, τον μακρινό Οκτώβριο του 1972. Το Εθνικό Μέτωπο έρχεται από πολύ μακριά και οδεύει ολοταχώς για το μέλλον. Είναι ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας  κινήσεων και κινημάτων που φτάνει ως τους καιρούς της Επανάστασης του 1789. Η δική του πνευματική παράδοση ανάγεται στο προεπαναστατικό Παλαιό Καθεστώς (Ancien Régime) και την βαθιά Καθολική Γαλλία, αυτή που ονόμασαν όχι άδικα «Πρωτοθυγατέρα της Εκκλησίας».

Στο τριμερές σχήμα κατηγοριοποίησης της γαλλικής Δεξιάς από τον René Rémond (oρλεανική-φιλελεύθερη, βοναπαρτική-αυταρχική, νομιμόφρων-αντιδραστική), το Εθνικό Μέτωπο υπάγεται στην τελευταία κατηγορία. Αν και μια τέτοια κατάταξη είναι χρήσιμη από συστηματικής απόψεως, παραβλέπει την πλουραλιστική φυσιογνωμία του Μετώπου, το οποίο αντλεί από ποικίλες παραδόσεις και ρεύματα της ούτως ή άλλως πολυσχιδούς ιδεολογικά γαλλικής Δεξιάς. Συναιρεί και συνθέτει, σε μια δυναμική συμβίωση, ένα εντυπωσιακό εύρος πολιτικών τάσεων, πνευματικών διαθέσεων, ιστορικών εμπειριών και πολιτισμικών εικόνων από τη μεγάλη και πληθωρική οικογένεια της γαλλικής Δεξιάς. Μία από αυτές τις αξιοσημείωτες αναφορές, λαμπρός πρόγονος στο γενεαλογικό δένδρο του Εθνικού Μετώπου, είναι το ελευθεριακό και ποπουλίστικο κίνημα των Πουζαντιστών, που ήκμασε την δεκαετία του 1950. Στο ακτιβιστικό και με αμεσοδημοκρατικές αντηχήσεις περιβάλλον του Πουζαντισμού θα ξεκινήσει την μακρά πολιτική του σταδιοδρομία ο γερόλυκος Ζαν Μαρί Λεπέν, μια από τις σημαντικότερες –και πλέον αμφιλεγόμενες–  πολιτικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα.

H EΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Σε ευρύτατη ιστορική προοπτική, το κίνημα του Πουζαντισμού μπορεί να ενταχθεί στη μακρά χορεία των αντιφορολογικών εξεγέρσεων των κατώτερων τάξεων, ιδιαίτερα των αγροτικών. Είναι μια σύγχρονη jacquerie, λαϊκή εξέγερση χωρικών, εξακόσια χρόνια μετά τον πρώτο ξεσηκωμό που πήρε αυτό το όνομα, την εποχή του Εκατονταετούς Πολέμου. Ένα αυθεντικό κίνημα «από τα κάτω», κίνημα του «μικρού λαού» ενάντια στην καταπίεση των gros, των ισχυρών. Αυτά τα μαζικά, grassroots χαρακτηριστικά του Πουζαντισμού  βρίσκονται στη βάση του εύστοχου παραλληλισμού του με το πολυσχιδές ελευθεριακό και αντιφεντεραλιστικό κίνημα των Koμμάτων του Τσαγιού (Tea Parties) στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

O Πουζαντισμός παίρνει το όνομά του από τον βιβλιοπώλη και χαρτοπώλη Pierre Poujade (1920-2003), ο οποίος τον καιρό του πολέμου μετέχει ενεργά σε οργανώσεις νεολαίας που συνδέονται με το Parti Populaire FranHYPERLINK "https://fr.wikipedia.org/wiki/Parti_populaire_français"çHYPERLINK "https://fr.wikipedia.org/wiki/Parti_populaire_français"ais (PPF) του Jacques Doriot και το καθεστώς του Vichy, ενώ αργότερα διαφεύγει στην Αφρική και περνά στην αντιγερμανική Αντίσταση. Η ληξιαρχική πράξη γέννησης του Πουζαντισμού τοποθετείται το 1953 στη μικρή κοινότητα του Saint-Céré, στο Lot της γαλλικής Οξιτανίας. Αυτό το χωριό της νοτιοδυτικής Γαλλίας είναι η γενέτειρα του Πουζάντ, ο οποίος υπηρετεί εκεί ως δημοτικός σύμβουλος. Τον Ιούλιο του έτους εκείνου οι μικρέμποροι, μαγαζάτορες και τεχνίτες της κοινότητας συνασπίζονται γύρω από τον Πιερ Πουζάντ για να φράξουν το δρόμο στους ελεγκτές της φορολογικής διοίκησης που επρόκειτο να επισκεφθούν το χωριό. Οι «μικροί άνθρωποι», οι ευρισκόμενοι στο  έλεος της εξουσίας petites gens, αποφασίζουν ότι δεν πάει άλλο. Θα αντιδράσουν δυναμικά σε αυτό που θεωρούν ξένη εισβολή και απαλλοτρίωση της πενιχρής περιουσίας τους. Θα φράξουν το δρόμο στους καταπατητές της ελευθερίας τους. Όλοι για έναν και ένας για όλους.

Όταν ο εφοριακός επιθεωρητής λέει στον Πουζάντ ότι ως το τέλος Αυγούστου όλοι οι έλεγχοι στην περιοχή θα πρέπει να έχουν περατωθεί, ο «Pierrot» απαντά υπερήφανα: Vous direz à l'administration que désormais, il n'y aura plus de contrôle («πείτε στη διοίκηση ότι από εδώ και στο εξής δεν θα υπάρχει κανένας έλεγχος»). Oι φορολογικές αρχές, με τις άτεγκτες μεθόδους τους, είχαν παραβιάσει την εθιμική αρχή που επιτρέπει στον βιοπαλαιστή επιτηδευματία της υπαίθρου να αποκρύβει ένα μέρος του τζίρου του για να επιβιώσει. Βαριά ήττα για το κράτος. Νέοι επιθεωρητές επανέρχονται το Νοέμβριο του ίδιου έτους, με συνοδεία αστυνομίας. Νέα σθεναρή αντίσταση των εμπόρων και τεχνιτών. Για άλλη μια φορά οι γραφειοκράτες φεύγουν νικημένοι και ταπεινωμένοι. Στους τεχνίτες και τους μικρέμπορους ωριμάζει σταδιακά η απόφαση να φτιάξουν μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, πιο δυναμική από τις παραδοσιακές οργανώσεις, που ήταν ενδοτικές στο κράτος. Μια οργάνωση που θα εκπροσωπεί πραγματικά τα συμφέροντά τους. Αυτή θα είναι η UDCA (Union de Défense des Commerçants et des Artisans), που ιδρύεται επισήμως στις 29 Νοεμβρίου 1953 με έδρα στο εμβληματικό Saint-Céré. Είναι η συνδικαλιστική έκφραση του πουζαντιστικού κινήματος, που αργότερα θα αποκτήσει και πολιτικό-εκλογικό βραχίονα.

ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΕ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Πίσω από την αντιφορολογική αντίδραση των μανάβηδων, των αρτοπωλών, των μπακάληδων, των κρεοπωλών και όλων των άλλων μικροεπαγγελματιών που θα πλαισιώσουν το νέο κίνημα, συναντούμε το οικονομικό και κοινωνικό τοπίο μιας μεταπολεμικής Γαλλίας γοργά ανασυγκροτούμενης. Οι οικονομικοκοινωνικές μεταβολές που συνοδεύουν τη βιομηχανική ανάπτυξη και η αυξημένη φορολογική πίεση ως συνέπεια των αποικιακών πολέμων συγκαθορίζουν ένα τεράστιο, αν και αρχικά άμορφο και απολίτικο, κίνημα διαμαρτυρίας εκ μέρους των μικρομεσαίων τάξεων.

Ο αναβρασμός εντοπίζεται κυρίως στον κόσμο των μικρών εμπόρων, καταστηματαρχών, τεχνιτών και μικρών αγροτών. Αυτές οι μικροϊδιοκτητικές τάξεις ανησυχούν για την ανατροπή του παραδοσιακού τρόπου ζωής τους και την περιθωριοποίησή τους σε ένα περιβάλλον που ευνοεί τα ολιγοπώλια, τις μεγάλες μονάδες, την συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στα χέρια των λίγων ισχυρών, τους ναούς του χυδαίου καταναλωτισμού όπως τα Prisunic και τα Monoprix. Έχοντας πίσω τους την παραδοσιακή σοφία αιώνων ελεύθερου κοινοτικού βίου, δυσπιστούν προς το συγκεντρωτικό και ρυθμιστικό κράτος, την απρόσωπη και απάνθρωπη γραφειοκρατία του, τις «πεφωτισμένες» ελίτ και τους πολιτικάντηδες του Παρισιού, που θρονιασμένοι στα μέγαρά τους αδυνατούν να συλλάβουν την αγωνία του μικρού επιτηδευματία για τον επιούσιο. 

Η ιδεολογία της «ανάπτυξης» των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων απαιτεί την απόσπαση τεράστιων ποσών μέσω της φορολογίας, που θα ανακατευθυνθούν κατά τις ιδιοτροπίες των «κεντρικών σχεδιαστών». Η φορολογική διοίκηση σκληραίνει τις μεθόδους της στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Οι «εκσυγχρονιστικές» πρακτικές της έρχονται σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με το παλαιό έθος και την αίσθηση τιμής των ελευθέρων ανθρώπων. Μικρέμποροι και καταστηματάρχες θεωρούν προσβλητικό το γεγονός ότι ο φοροϋπάλληλος εισβάλλει στο μαγαζί τους και χώνει τη μύτη του στα κατάστιχά τους. Για αυτούς το μαγαζί δεν είναι απλώς ένας χώρος εργασίας αλλά προέκταση του σπιτιού τους και της οικιακής σφαίρας τους. Ο έλεγχος στο περιβάλλον εργασίας βιώνεται τραυματικά καθώς παραβιάζει βίαια την ιδιωτικότητά τους και τον οιονεί ιερό χαρακτήρα του χώρου ως ασύλου.

Ο εφοριακός διαταράσσει την οικιακή τους ειρήνη και προσβάλλει την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια και το προσωπικό αίσθημα τιμής. Το μικρό εμπορικό κατάστημα ή εργαστήριο του Γάλλου χωρικού είναι ο τόπος που συναιρούνται ο χρόνος της δουλειάς και ο χρόνος της σχόλης· μια ευθαλής και ολοζώντανη παράδοση που ανατρέχει στους χρόνους του Μεσαίωνα. Στο πίσω μέρος του μαγαζιού, εκεί όπου κρατούν τα τεφτέρια τους, έχουν συνήθως και ένα φτωχικό κρεβάτι όπου ξεκουράζονται· είναι χώρος βιοτικός και βιωμένος, που δεν μετράται με τους κανόνες και τις προδιαγραφές του γραφειοκράτη αλλά ξεχειλίζει από νόημα και συναίσθημα. Εκεί η εργασία και η σχόλη συμπλέκονται αξεδιάλυτα, ακολουθώντας τα προαιώνια προνεωτερικά θέσφατα.

Όμως οι υπάλληλοι του κράτους βρίσκουν πως οι περισσότεροι δεν τηρούν βιβλία, ή δεν τα τηρούν με τη μορφή που προβλέπει η γραφειοκρατία. Η ανοχή και o στοιχειώδης σεβασμός, που εθιμικά επιφύλασσαν σε αυτούς τους ελεύθερους ανθρώπους, δίνει τη θέση της στη σκληρότητα και την άτεγκτη εφαρμογή του γράμματος των νόμων, που τους στραγγαλίζουν οικονομικά και απειλούν την ίδια την ύπαρξή τους ως διακριτής τάξης. Οι κυρώσεις για τους παραβάτες είναι δρακόντειες υπό την κυβέρνηση Antoine Pinay (1952). Τα παραδοσιακά συνδικάτα δεν μπορούν να προσφέρουν βοήθεια. Οι μικροπώλες που υπάγονται σε αυτά τα θεωρούν δικαίως πολύ ενδοτικά και συμβιβασμένα απέναντι στην πολιτική εξουσία και τη διοίκηση. Μικρέμποροι και τεχνίτες αγωνιούν και αποφασίζουν να πολεμήσουν με όλα τα μέσα αυτό που θεωρούν ως υπαρξιακή απειλή για την κοινωνική τους υπόσταση.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Μετά το περιστατικό του Ιουλίου 1953 στο Saint-Céré, μια σταυροφορία ξεκινά ενάντια στις υπερβολές ενός αδηφάγου, βαμπιρικού κράτους. Η φορολογική διοίκηση κατηγορείται για ναζιστικές μεθόδους: Gestapo fiscale. Aπό τη μικρή κοινότητα του Πουζάντ ο καλός λόγος της αντίστασης στην τυραννία εξακτινώνεται στις τέσσερις γωνιές της Γαλλίας. Το ευαγγέλιο της πολιτικής ανυπακοής διαδίδεται από το χωριό στο διαμέρισμα και από το διαμέρισμα στην περιφέρεια. Τέλος, σε εθνικό επίπεδο με την ίδρυση της UDCA (Union de Défense des Commerçants et des Artisans). Τα νέα διαδίδονται bouche-à-oreilles, από στόμα σε αυτί, με μηδενικά μέσα, με μόνο καύσιμο το ζήλο των απλών ανθρώπων να προασπίσουν τον τρόπο ζωής τους, να διαφυλάξουν το δικαίωμα στην ύπαρξη. Η ανταρσία του Saint-Céré επαναλαμβάνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας. Από τη Λιλ ως τη Μασσαλία και από το Στρασβούργο ως το Μπορντώ, το όνομα Πουζάντ γίνεται συνώνυμο της αντιφορολογικής αντίστασης και της αξιοπρέπειας. Ο νέος ηγέτης οργώνει τη Γαλλία με την καμιονέτα του, κηρύττοντας το νέο συνδικαλιστικό του ευαγγέλιο, ακάματος, μοιράζει φυλλάδια και διοργανώνει ενημερωτικές συναντήσεις.

Το κίνημα εκδημοκρατίζεται, ανοίγεται στις πλατιές μάζες. Το πρώτο του συνέδριο γίνεται στην Cahors, 29 Νοεμβρίου 1953. Η ιδέα της σθεναρής αντίστασης κερδίζει τις καρδιές των μικρέμπορων και των τεχνιτών: ακτιβισμός, όχι απλή διαμαρτυρία. Μόνο έτσι θα καταλάβει το χοντρόπετσο κράτος των «εξοχοτήτων» («éminences») και των απάτριδων πολιτικών («apatrides»), το κράτος-βρυκόλακας («État vampire») που λυμαίνεται τον οίκο της Γαλλίας. Κυριαρχούν συνθήματα που προασπίζουν την τοπική αυτονομία και αυτοκυβέρνηση, κόντρα στους γραφειοκράτες της απόμακρης πρωτεύουσας. Συνθήματα υπέρ της ελευθερίας του επιχειρείν, ενάντια στο φορολογικό ολοκληρωτισμό του «προοδευτικού» κράτους. Ο ίδιος ο Πουζάντ είναι ρήτορας έξοχος, φλογερός, που ηλεκτρίζει τα πλήθη, συνεχιστής της παράδοσης του δασκάλου του, Jacques Doriot.

Πολύ γρήγορα η UDCA θα απορροφήσει τα παλιά συνδικάτα. Oι κομμουνιστές στην αρχή βλέπουν ευνοϊκά το κίνημα, συνομιλούν μαζί του και αποσκοπούν στον έλεγχό του. Όμως τελικά τους απομακρύνει ο δεξιόστροφος προσανατολισμός του ηγέτη του. Ο Πιερ Πουζάντ προέρχεται από τη μεγάλη σχολή της Action Française ενώ μετείχε και στο PPF (Parti Populaire Français) του Jacques Doriot. Στο λόγο του αντηχούν συνθήματα και μοτίβα των πνευματικών προγόνων του. Επιτίθεται με ιδιαίτερη οξύτητα στον σοσιαλιστή Pierre Mendès-France, αυτόν που θεωρεί αρχιπροδότη εξαιτίας της εγκατάλειψης της γαλλικής Ινδοκίνας στα χέρια των Βιετ Μινχ. Η σφοδρότητα της πολεμικής θυμίζει τον ανειρήνευτο αγώνα του μεγάλου αντεπαναστάτη Charles Maurras ενάντια στο Λαϊκό Μέτωπο και τον πρωθυπουργό του, on Blum.

Μετά την οριστική διαφωνία με τους κομμουνιστές, οι Πουζαντιστές γίνονται πιο δραστήριοι το 1954-55. Οι έμποροι δεν διστάζουν να κηρύξουν έως και γενική απεργία: είναι η περίπτωση της Καρκασόν τον Νοέμβριο του 1954 ενόψει του επικείμενου φορολογικού ελέγχου. Ξεσπούν βίαιες συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας σε πολλές περιοχές της Γαλλίας. Μια μεγάλη συνάντηση πουζαντιστών προγραμματίζεται να διεξαχθεί στο Παρίσι, στις 5 Ιουλίου 1954,  Το κράτος προσπαθεί να σαμποτάρει αυτή την επίδειξη ισχύος. Οι γαλλικοί σιδηρόδρομοι, το SNCF, αρνείται να δρομολογήσει έκτακτους συρμούς για τη μετάβαση του κόσμου στη συνάντηση. Όμως την Ημέρα J το Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα είναι κατάμεστο. Τα πράγματα αρχίζουν και σοβαρεύουν.

Ο Πιερ Πουζάντ αντιλαμβάνεται ότι η απλή αντίδραση στους ελέγχους δεν είναι επαρκής και αναζητά άλλες μεθόδους άσκησης πίεσης στο πολιτικό σύστημα. Φιλοδοξεί να  εξαναγκάσει το κατεστημένο να συγκαλέσει τον αρχαίο συνελευσιακό θεσμό των Γενικών Τάξεων (États Généraux), όπου κάθε επαγγελματική κάστα θα συμπληρώσει ένα τετράδιο παραπόνων για να γνωστοποιήσει τις διεκδικήσεις και τα προβλήματά της. Το κίνημα των Πουζαντιστών προβαίνει σε αποκλεισμούς κτιρίων νομαρχιών. Ξεκινούν εκστρατείες φορολογικής ανυπακοής: κάντε να λιμοκτονήσει το αδηφάγο κράτος, στερήστε από το παχύδερμο το φορολογικό χορτάρι από το οποίο συντηρείται ο μηχανισμός του· αυτό είναι το πνεύμα, που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «να τελειώνουμε!» («en finir»).

Οι Πουζαντιστές επικαλούνται το ακροτελεύτιο άρθρο 35 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου του 1793: «Όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η εξέγερση είναι, για το λαό και για κάθε τμήμα του λαού, το πιο ιερό από τα δικαιώματα και το πλέον υποχρεωτικό από τα καθήκοντα» («Quand le gouvernement viole les droits du peuple, linsurrection est, pour le peuple et pour chaque portion du peuple, le plus sacré des droits et le plus indispensable des devoirs»).  Κυριαρχεί η επωδός ότι οι «δυνατοί» (puissants) καταπιέζουν τους πληβείους (sans-grades). Είναι ένα σταθερό μοτίβο του ποπουλιστικού πουζαντιστικού λόγου. Αρχές του 1955 ο Πιερ Πουζάντ εξαγγέλλει το «κλείσιμο της κάνουλας» (fermeture du robinet): άγρια απεργία χωρίς όριο. Το σύνθημα της άρνησης πληρωμών γενικεύεται και διατρέχει τη γαλλική επικράτεια. Στην κρατική «ηθική» της λαφυραγώγησης και της «αναδιανομής» αντιτάσσουν τη δική τους ηθική της παραγωγικής εργασίας και της ατομικής προκοπής. Ο μηχανισμός τρομοκρατείται. Ο Υπουργός Οικονομικών επιβεβαιώνει στη Βουλή ότι η εφορία μπλοκάρει τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο δρόμος για την πολιτικοποίηση του κινήματος ανοίγει.

ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ

Αυτό που ξεκίνησε από μια χούφτα χωρικών της Οξιτανίας ως ενστικτώδης αντίδραση στη νομιμοφανή ληστεία του τίμιου μόχθου τους, αποβάλλει τον αρχικό χαρακτήρα ενός κινήματος διαμαρτυρίας και προσλαμβάνει σκληρά πολιτικά χαρακτηριστικά. Αρθρώνει έναν λόγο με έντονες αντικοινοβουλευτικές και αντικαπιταλιστικές αιχμές, ενώ δεν λείπουν και ορισμένα αναρχοσυνδικαλιστικά στοιχεία που παραπέμπουν στα γραπτά του Ζωρζ Σορέλ και στις πρώιμες μουσολινικές fasci.

Σταδιακά οι αρχικοί αντικειμενικοί σκοποί του κινήματος, κορπορατικοί και αντιφορολογικοί, διευρύνονται και ο Πουζαντισμός ανυψώνεται εκ των πραγμάτων σε μια Εθνική Αντιπολίτευση που αντιμάχεται την παρηκμασμένη και δυσλειτουργική Τέταρτη Δημοκρατία. Ο Πιερ Πουζάντ γίνεται εμβληματική φιγούρα στον εθνικόφρονα αντισυστημικό χώρο. Σταδιακά θα συσπειρωθούν γύρω του μια σειρά από δεξιόστροφες τάσεις και ρεύματα: μαχητικοί αντικομμουνιστές που ανησυχούν για την κόκκινη «πέμπτη φάλαγγα», αντιδραστικοί παραδοσιοκράτες της άκρας δεξιάς υπό τον Jean-Louis Tixier-Vignancour, βετεράνοι του πολέμου της Ινδοκίνας. Ενώ η καρδιά τους παραμένει πάντα δοσμένη στον ελευθεριακό συνδικαλισμό, οι πουζαντιστές αναπτύσσουν τη δέσμη των πολιτικών τους θέσεων: διατήρηση της Αλγερίας στην αποικιακή αγκάλη αλλά και ριζική μεταρρύθμιση του κοινοβουλευτισμού που συμβολίζεται από τη φράση του Πουζάντ «le cocotier à secouer» («να κουνήσουμε το φοίνικα»), μια έκφραση που σημαίνει την απαλλαγή της κοινότητας από ηλικιωμένα και αντιπαραγωγικά μέλη της.

Το εθνικιστικό στοιχείο εισέρχεται ρωμαλέο στο κίνημα, εγγράφεται στις δέλτους του και αρχίζει να κυλά στις φλέβες του· για τον νεοφερμένο Jean-Marie Le Pen η Πατρίδα «δεν είναι μόνο τα εργοτάξια αλλά και τα κοιμητήρια» («non seulement celle des chantiers mais aussi celle des cimetières»: το Έθνος ως μυστική ενότητα ζώντων και τεθνεώτων. Τελευταίο μα όχι λιγότερο σημαντικό, ο Πουζαντισμός ζητά μια εις βάθος φορολογική μεταρρύθμιση που θα εγκαθιδρύει την ισότητα των πάντων έναντι του νόμου. Το κίνημα αρχίζει να αποκτά μια διακριτή φυσιογνωμία: είναι μια αναβίωση της εθνικιστικής δεξιάς που είχε διαλυθεί μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου. Οι κομμουνιστές φοβούνται την ενδυνάμωση του εθνικιστικού κινήματος και λοιδορούν τον αρχηγό του ως χιτλερικό, αποδίδοντάς του το προσωνύμιο Poujadolf. Στη σημερινή ατζέντα του Εθνικού Μετώπου μπορεί να διακρίνει κανείς ομοιότητες με την πουζαντιστική ρητορική. Και οι δύο σχηματισμοί ευαγγελίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια Εθνική Επανάσταση. Συγχρόνως επιχειρούν να καθησυχάσουν με υποσχέσεις προστατευτισμού τους «μικρούς ανθρώπους», που τρομοκρατούνται από το φάσμα των οικονομικών μετασχηματισμών σε κλίμακες που τους υπερβαίνουν. Τέλος, ο εξωτερικός εχθρός, ο απαραίτητος «Άλλος» για την αυτοβεβαίωση του «Εμείς»: κομμουνιστές Βιετ Μινχ και Αλγερινοί τριτοκοσμικοί αντάρτες τότε, διεθνοποιημένη ισλαμιστική τρομοκρατία και ασύδοτη μουσουλμανική μετανάστευση με τις ευλογίες της Ε.Ε. σήμερα.

Το Δεκέμβριο του 1955 τα γεγονότα παίρνουν μια απροσδόκητη τροπή: ο πρωθυπουργός Φωρ εισηγείται τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, για πρώτη (και τελευταία) φορά στην Τέταρτη Δημοκρατία. Παρά ορισμένες αντιδράσεις από τη συνδικαλιστική βάση του κινήματος, ο Πουζάντ αποφασίζει να κατέλθει στον εκλογικό στίβο με το όχημα της Union et Fraternité Françaises, τον εκλογικό-κομματικό βραχίονα της οργάνωσής του. Η συντομία της προεκλογικής περιόδου επέτρεψε στον Πουζάντ να κάνει επίδειξη της φοβερής δύναμης κινητοποίησης που διέθετε. O ίδιος, χαρισματικός στην επικοινωνία, θα κάνει αρκετές επιτυχημένες εμφανίσεις στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Οι υποστηρικτές του κολλάνε τεράστιες αφίσες στα φορτηγά τους, που μετατρέπονται σε κινούμενα προεκλογικά περίπτερα. Οι εθνικοί δρόμοι της Γαλλίας διασχίζονται από έναν στόλο οχημάτων προπαγάνδας, που μεταδίδουν παντού το νέο μήνυμα του ελευθεριακού εθνικισμού με τεράστια επιτυχία. Οι εκλογές, οι τελευταίες βουλευτικές της Τέταρτης Δημοκρατίας, διεξάγονται σε ατμόσφαιρα κρίσης, με τα πάθη τεταμένα. Οι Πουζαντιστές διεξάγουν έναν πολύ δυναμικό προεκλογικό αγώνα, που δεν διστάζει να φτάσει ως τη φυσική βία. «Sortez les sortants!» είναι το κεντρικό σύνθημά τους ενάντια στην αποχωρούσα κεντροδεξιά αλλά και το κεντροαριστερό Ρεπουμπλικανικό Μέτωπο του Mendès-France, του μειοδότη που παρέδωσε την Ινδοκίνα.

Στις 2 Ιανουαρίου 1956, ο θρίαμβος. Το πουζαντικό κόμμα, με σύμβολο τον γαλατικό πετεινό, λαμβάνει 2,4 εκατομμύρια ψήφους, εκλογικό ποσοστό 11,6% και εκλέγει 52 βουλευτές, που πέφτουν σαν κομάντο αλεξιπτωτιστές στα μετόπισθεν του εχθρού. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο 27χρονος Jean-Marie Le Pen. Οι περισσότεροι είναι έμποροι παντοπώλες· ένα κόμμα μπακάληδων, όπως κόρη μπακάλη ήταν η μεγάλη Μάργκαρετ Θάτσερ, μέσα σε μια Εθνοσυνέλευση που κυριαρχούν οι μεγαλοδικηγόροι, οι γιατροί και οι υψηλόβαθμοι κρατικοί οφφικιάλιοι. Όμως ο ίδιος ο Πουζάντ δεν θέτει υποψηφιότητα και δεν εκλέγεται βουλευτής, μένοντας πιστός στις κινηματικές ρίζες του· αυτό ήταν ένα σοβαρό λάθος του.

Η αδικία: το κεντρώο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα MRP, με μικρότερο ποσοστό από των Πουζαντιστών, κερδίζει 83 έδρες χάρη σε έναν περίεργο εκλογικό νόμο (loi des apparentements), κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κατεστημένου της Τέταρτης Δημοκρατίας για να περιθωριοποιεί κόμματα που την αμφισβητούσαν, το γκωλικό και κυρίως το κομμουνιστικό.

Ο αντίκτυπος της σεισμικής δόνησης στη Γαλλία φτάνει ως την Αμερική, όπου το περιοδικό Time παραχωρεί το εξώφυλλο του στον Πιερ Πουζάντ. Το κατεστημένο παγώνει. Όμως ο Πουζάντ ξέρει πως το παλιρροϊκό κύμα, το raz-de-marée, δεν θα διαρκέσει για πάντα. Χρειάζεται τη συναίνεση των άλλων κομμάτων της δεξιάς και των γκωλιστών για να προωθήσει τη μεταρρύθμιση που ευαγγελίζεται.  Όμως το πουζαντικό κόμμα τίθεται σε αυστηρή καραντίνα και σταδιακά το σοκ από την απίστευτη επιτυχία του καταλαγιάζει. Ο Λεπέν είναι ασυγκράτητος, λεκτικά και φυσικά, και χρειάζεται συχνά να ανακαλείται στην τάξη από τον αρχηγό. O Πουζάντ είναι απομονωμένος. Καμιά πρόταση νόμου εκ μέρους του δεν μπορεί να διαπεράσει το υγειονομικό φράγμα που ορθώνουν οι αντίπαλοί του. Το καθεστώς ξεπερνά την κρίση. Η κοινοβουλευτική ομάδα των Πουζαντιστών φυλλορροεί. Κάποιοι παραιτούνται για να συμμετάσχουν στον πόλεμο στην Αλγερία (Le Pen, Demarquet), άλλοι ανεξαρτητοποιούνται, άλλων η εκλογή ακυρώνεται με διάφορα εκλογικά μαγειρέματα. 

H επιστροφή στην εξουσία του στρατηγού Ντε Γκωλ το 1958 διαλύει ουσιαστικά το πουζαντιστικό κίνημα. Η Πέμπτη Δημοκρατία σηματοδοτεί μια ρήξη σχεδόν πραξικοπηματικού τύπου με την προηγούμενη εκδοχή κοινοβουλευτισμού· μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1958 στέλνει σπίτι τους πολλούς βετεράνους πολιτικούς της παλιάς φρουράς όπως ο Mendès-France, ο Edgar Faure και ο Édouard Daladier. Κάποιοι πουζαντιστές του ρεύματος της Γαλλικής Αλγερίας Algérie française») θα πλαισιώσουν για κάποιο διάστημα τον Ντε Γκωλ, του οποίου η θριαμβική επιστροφή στην εξουσία προοιωνιζόταν δυναμικές λύσεις στη βόρειο Αφρική. Τοποθετούν τις ελπίδες τους στον άνθρωπο που είπε το περίφημο «Je vous ai compris!» («σας κατάλαβα»), απευθυνόμενος στους μαυροπόδαρους από το μπαλκόνι του Κυβερνείου του Αλγερίου, στις 4 Ιουνίου 1958. Οι άποικοι και οι εθνικιστές πίστεψαν τότε ότι διέκριναν την υπόσχεση να κρατηθεί η Αλγερία. Σύντομα θα διαψευστούν οικτρά.

Ο πολύς Ντε Γκωλ πρόδωσε τον λόγο που είχε εκφωνήσει και τις διαβεβαιώσεις που είχε παράσχει στους στρατηγούς· μετά την ανάληψη της εξουσίας ξεκινά τη διαδικασία για την αποδέσμευση της Αλγερίας, που θα οδηγήσει στις συμφωνίες του Εβιάν. Όταν ο στρατηγός Raoul Salan, ο πιο παρασημοφορημένος Γάλλος πολεμιστής, θα σχηματίσει τον OAS (Οργάνωση Μυστικού Στρατού / Organisation Armée Secrète), οι Πουζαντιστές θα εμπλακούν μαζικά, ελπίζοντας ότι η δράση τους θα επιτρέψει να διατηρηθεί στη μητρόπολη ένα τελευταίο ίχνος αυτού που ήταν κάποτε μια παγκόσμια αυτοκρατορία, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ: «l'empire où le soleil ne se couchait jamais». Το 1962 παίζεται η τελική πράξη του γαλλικού αποικιακού δράματος του 20ου αιώνα, και του Πουζαντισμού επίσης: η απόσπαση της Αλγερίας επικυρώνεται οριστικά από την υπογραφή του στρατηγού-προέδρου.

Παρά την παράδοση της Αφρικής, ο γκωλισμός καρπώνεται το εθνικιστικό αίσθημα και τις αυταρχικές διαθέσεις της γαλλικής κοινής γνώμης, απορροφώντας αρκετά «σκληροπυρηνικά» στοιχεία. Το καθεστώς της Πέμπτης Δημοκρατίας φαίνεται στα μάτια της μεγάλης ολιγαρχίας, αλλά και των κατώτερων τάξεων που αγκάλιασαν το ελευθεριακό κίνημα του Πουζάντ, ένα πολύ πιο στέρεο ανάχωμα ενάντια στην κομμουνιστική προέλαση. Τα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου της Αλγερίας και ως την έκρηξη του '68 είναι η πιο καταθλιπτική περίοδος για το γαλλικό εθνικιστικό κίνημα, που θα αρχίσει να αναδιοργανώνεται από το 1969 με την ίδρυση της Ordre Nouveau (Νέα Τάξη)· αυτά όμως είναι μια άλλη ιστορία.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΗΓΕΤΗΣ

Το 1955 κατέρχεται για πρώτη φορά στον εκλογικό στίβο ο 27χρονος Jean-Marie Le Pen. O μετέπειτα ιδρυτής του Εθνικού Μετώπου είναι γιος ψαρά από το Trinité-sur-Mer της Βρετάνης. Μένει ορφανός από πατέρα το 1942 και υιοθετείται από το Έθνος («pupille de la Nation»), σπουδάζοντας με υποτροφία σε κολέγιο Ιησουιτών και αργότερα στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου του Παρισιού. Γρήγορα ο ορμητικός Jean-Marie γίνεται ένα είδος διασημότητας στο Καρτιέ Λατέν και επιδεικνύει τα αρχηγικά του προσόντα εμπλεκόμενος με τις οργανώσεις των φοιτητών. Μετά την αποφοίτησή του κατατάσσεται στη Λεγεώνα των Ξένων και μεταβαίνει το 1954 στην Ινδοκίνα, λίγο μετά την καταστροφή του Diên Biên Phu, όπου υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών.

Επιστρέφοντας από τα πεδία των μαχών, οργισμένος για την ανικανότητα των πολιτικών να διαφυλάξουν την αυτοκρατορική δόξα της Γαλλίας, αποφασίζει να πολιτευτεί με τα χρώματα του Πιερ Πουζάντ. Η εμπειρία της Ινδοκίνας σημαδεύει για πάντα τον νεαρό Βρετόνο, αφήνοντάς του μια ανεξίτηλη εχθρότητα για τις ανάξιες κυβερνήσεις της Τέταρτης Δημοκρατίας, υπεύθυνες για τους θανάτους 80.000 Γάλλων και Ινδοκινέζων, θυσίες που έμειναν αδικαίωτες. Ο βετεράνος των αλεξιπτωτιστών εμφανίζεται μπροστά στον άνδρα για τον οποίο μιλά όλη η Γαλλία: τον χαρτοπώλη που κατευθύνει την τελευταία αυθεντική λαϊκή εξέγερση που έγινε ποτέ στη χώρα αυτή. Η ψυχή του αντιφορολογικού κινήματος των «καλών ανθρώπων» βλέπει στον Λεπέν έναν μελλοντικό ηγέτη, «μια τρίχρωμη σημαία στερεωμένη σε ένα tiroir-caisse» (το συρτάρι που φυλάσσουν τις εισπράξεις τους οι μικροί καταστηματάρχες).

Ο Λεπέν θα πολιτευτεί στο Διαμέρισμα του Σηκουάνα, που περιλαμβάνει τα 6 arrondissements της αριστερής όχθης του Παρισιού. Ποντάρει στη δημοφιλία του ανάμεσα στους φοιτητές του Καρτιέ Λατέν. Η προεκλογική εκστρατεία είναι θυελλώδης και ο ψυχωμένος ειδικοδυναμίτης νιώθει σαν το ψάρι μες το νερό. Στην Nevers, 3000 πουζαντιστές συγκεντρώνονται στην αίθουσα που επρόκειτο να εμφανιστεί ο Φρανσουά Μιτεράν. Όταν η σοσιαλιστική γριά αλεπού ανεβαίνει στο βήμα, η αίθουσα σείεται από τα γιουχαΐσματα· ο Μιτεράν εξαφανίζεται. Ο Λεπέν μιλά και μια φορά στο ραδιόφωνο. Ο τόνος του είναι πολεμικός και τον ενδιαφέρει πάνω από όλα η νεολαία. Απευθύνεται στους Γάλλους και τις Γαλλίδες που είναι κάτω των 30 ετών. Υπόσχεται άγριο κυνήγι στους διεφθαρμένους και ανίκανους πολιτικούς. Στις 2 Ιανουαρίου 1956 οι πουζαντιστές παίρνουν 11,4% και 52 έδρες. Ο Λεπέν εκλέγεται. Είναι ένας από τους πιο νέους βουλευτές. Μαζί με τον κομμουνιστή André Chène είναι οι δύο Βενιαμίν του Palais Bourbon. 

Πολύ γρήγορα ο Λεπέν επιβάλλεται ως ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας των πουζαντιστών, καθώς ο Πουζάντ δεν είχε θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές. Είναι εκρηκτικός, βίαιος, ασυγκράτητος. Ένας «καπετάν-φασαρίας», στα γαλλικά «trouble-fête». Οι δύο χαρισματικοί άνδρες δεν θα αργήσουν να έρθουν σε σύγκρουση, παρά τον ενθουσιασμό της αρχικής συνεργασίας τους. Ο Πουζάντ ανησυχεί για το καπέλωμα της κίνησής του και μεθοδεύει την αποπομπή του Λεπέν· θα είναι η τελευταία του νίκη. Τον Οκτώβριο του 1956 ο Λεπέν εγκαταλείπει την έδρα του στην Εθνοσυνέλευση για έξι μήνες, για να πολεμήσει στην Αλγερία με τους παλιούς του συμπολεμιστές. Επιστρέφοντας ανακτά την έδρα του και, έχοντας έρθει σε ρήξη με τον Πουζάντ, γίνεται το 1957 Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Μετώπου Πολεμιστών (Front Νational des Combattants / FNC) και συγχρόνως ο πρώτος Γάλλος πολιτικός αρχηγός που ορίζει έναν μουσουλμάνο υποψήφιο, τον αλγερινό Ahmed Djebbour. Υπό το πολιτικό σχήμα του FNC ο Λεπέν εξαπολύει μια καμπάνια για την υπεράσπιση της Γαλλικής Αλγερίας. Είναι στη διάρκεια αυτών των ταραγμένων μηνών που χάνει το ένα μάτι του σε μια σύγκρουση με τους κομμουνιστές.

Ο Πουζαντισμός δείχνει να ξεπερνιέται από τα γεγονότα και αδυνατεί να συμφιλιώσει την αναρχοσυνδικαλιστική ψυχή του με τις απαιτήσεις του θεσμικού κοινοβουλευτικού πλαισίου. Kαθώς οι πουζαντικοί αντιπρόσωποι βυθίζονται στην ανωνυμία, ο Λεπέν αναδύεται ως το παιδί θαύμα της γαλλικής σκληρής Δεξιάς. Αγαπά τη μυρωδιά από το μπαρούτι, είναι όμως συγχρόνως ένας εραστής των απολαύσεων που κινείται με άνεση στους κύκλους των παρισινών σελέμπριτις. Κυκλοφορεί με εντυπωσιακές συνοδούς, τις οποίες βάζει να τραγουδούν ρεφραίν των πεζοναυτών· μια παρουσία πληθωρική με όλη τη σημασία του όρου. Μετά την επάνοδο του στρατηγού Ντε Γκωλ και τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης του 1956, ο Λεπέν είναι ο μόνος από τους παλιούς πουζαντιστές που καταφέρνει να επανεκλεγεί στη νέα Εθνοσυνέλευση του 1958. Μετά την αποτυχία του 1962 ξεκινά η μακρά πορεία του στην πολιτική έρημο για 22 χρόνια, ως το 1984. Αυτά όμως θα μας απασχολήσουν σε προσεχές σημείωμα.

Με όλες τις ατέλειες, τα λάθη, τον ερασιτεχνισμό του, το πουζαντικό κίνημα, ως διάττων αστέρας, κατατρόμαξε στη σύντομη τροχιά του τις κρατικιστικές ελίτ και έδειξε τα αποθέματα αντίστασης που διαθέτουν οι απλοί άνθρωποι του μόχθου ενάντια στην νομιμοφανή φορολογική ληστεία εις βάρος τους. Η ελευθεριακή φωνή τους ενώθηκε, ίσως όχι πάντα σε ιδανική αρμονία, με φωνές πατριωτικές, υπέρ της παράδοσης και των οργανικών δεσμών του γαλλικού έθνους. Το 2003, όταν πέθανε ο Πιερ Πουζάντ σε ηλικία 82 ετών, ο Ζαν-Μαρί Λεπέν ήταν ο μόνος από τον πολιτικό κόσμο που τον τίμησε. Προερχόμενος από τον θρίαμβο της προεδρικής εκλογής του 2002, όπου συγκέντρωσε το 17,79% των ψήφων, ο ηγέτης του Εθνικού Μετώπου δήλωσε για τον παλιό συμμαχητή του: «Με το θάνατό του εκλείπει μια εμβληματική μορφή του αγώνα των ελασσόνων τάξεων ενάντια στο γραφειοκρατισμό και τον φορολογισμό και, πιο γενικά, ενάντια στη γαλλική παρακμή που ενσάρκωνε η φθίνουσα Τέταρτη Δημοκρατία». 

*** Το παρόν δημοσίευμα αποτελεί το πρώτο από τα τέσσερα μέρη της επιστημονικής εργασίας «καταβολές, ιδεολογία και μέλλον του Εθνικού Μετώπου» και πνευματική ιδιοκτησία, του Δικηγόρου Πειραιώς και Αντιπροέδρου του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, Γεωργίου Χρ. Μακρή ο οποίος κατέχει το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης, παραχώρησης, εκμετάλλευσης.

Διαβάστηκε 1403 φορές
Γεώργιος Χρ. Μακρής

Ο Γιώργος Χρ. Μακρής γεννήθηκε στην Πάτρα και η καταγωγή του είναι από το Αίγιο, ενώ η οικογένεια του έλκει την καταγωγή της από τον μεσολογγίτη αγωνιστή και οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό όπου και απολύθηκε με τον τιμητικό βαθμό του κελευστή. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νομική στο Sheffield University, εμπορικό, τραπεζικό και φορολογικό δίκαιο στο Kent University, όπου και είναι υποψήφιος διδάκτορας χρηματοπιστωτικού δικαίου. Εργάζεται ως δικηγόρος με έδρα τον Πειραιά και την Λευκωσία. Είναι εκλεγμένος Αντιπρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών.

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…