Μια λησμονημένη εθνική επέτειος

Ο τελευταίος χρονικά –61 μόλις χρόνια- εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας που αφύπνισε και συντάραξε τον Ελληνισμό είναι παραδομένος στη λήθη.«Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια· /δε φελά να μιλάμε·»Οι στίχοι από το εμβληματικό ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος» του Γεωργίου Σεφέρη, καίτοι δημοσιευθέν τον Νοέμβριο του 1953, στο φούντωμα δηλαδή του αντιαποικιοκρατικού ενόπλου αγώνα εναντίον του Στέμματος, απηχούν την τωρινή αμείλικτη πραγματικότητα. Το όθνειο πρωταπριλιάτικο ψέμα ειδοποιεί κυριαρχικά την ημέρα∙ η εθνική μνήμη τρωθείσα, η εφηβική θυσία αδικαίωτη.



Στην έκρηξη της Άνοιξης, 1ηΑπριλίου 1955, ο Γεώργιος-Διγενής Γρίβας λαμπαδιάζει τη δάδα της Ελευθερίας στην Κύπρο και φλογίζει τις ψυχές της «πιο ατόφιας Ρωμιοσύνης» για έναν τιτάνιο, άνισο και ηρωικό αγώνα τεσσάρων χρόνων. Ο σύνολος Ελληνισμός αξιώνει ένα και μοναδικό αίτημα:Ένωσις. Συναισθανόμενος τον Ελληνισμό στην πολυαιώνια παρουσία του ως οντότητας αντιστασιακής μετουσιώνει το διαχρονικό εθνικό αίτημα για Απελευθέρωση σε μια μνημειώδη προκήρυξη λίγων γραμμών που από την αυγή εκείνη πλημμυρίζει το νησί. Έχουν προηγηθεί από τα μεσάνυχτα δολιοφθορές στις τάξεις των αποικιοκρατών, ανατινάξεις και εκρήξεις σε στρατηγικά σημεία, όπως ο Ραδιοφωνικός Σταθμός, και διακοπή ρεύματος σε όλο το νησί.



Η προκήρυξη άρχιζε με αυτές τις γραμμές: «Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μάς κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: «’Η τάν ή επί τάς».» Και κατέληγε: «Έλληνες, όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνήν μας: Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας.»

Για τη λευτεριά της Κύπρου θυσίασε την νιότη του ο ανθός του μητροπολιτικού και κυπριακού Ελληνισμού. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Ανδρέας Παναγίδης, ο Μιχαήλ Καραολής, ο Ανδρέας Δημητρίου, ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο Ιάκωβος Πατάτσος, που οδηγήθηκαν στην αγχόνη, ήταν όλοι τους παιδιά με ηλικιακό μέσο όρο όχι πάνω από τα είκοσι ένα. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Κυριάκος Μάτσης, ο Μάρκος Δράκος και τόσοι άλλοι με θυσιαστική αυταπάρνηση πότισαν με το αίμα τους το άγιο χώμα και ψήλωσαν το ελληνικό δένδρο της Ελευθερίας, πλούτισαν το Εικονοστάσι Ηρώων και Μαρτύρων του Γένους και έστησαν ελευθεροφροσύνης τρόπαιο αγέρωχο στη φθορά του χρόνου.

Το ελλαδικό κράτος εν τούτοις αποδεικνύεται επιλήσμων και αγνώμον. Εις μάτην αποζητά κανείς τέτοια ημέρα έναν σημαιοστολισμένο δρόμο, μια επίσημη ανακοίνωση, μια τελετή μνήμης, μια αναφορά δασκάλου στους μαθητές του, μια τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή-αφιέρωμα. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει προ πολλού τον Σεφέρη που αναρωτιόταν προφητικώς: «Θα περιοριστούμε μοιραία σε τελετουργικές ενέργειες, έχουμε την τιμήν κτλ, γιατί σε λίγα χρόνια θα συνηθίσουμε να μιλάμε για το αδελφόν κυπριακόν έθνος όπως οι Εγγλέζοι για τους πέραν των θαλασσών»;

Οι αιτίες αυτής της απρέπειας είναι πολλές αλλά οι σχοινοτενείς αναλύσεις σε αυτό το σημείωμα περιττεύουν. Η προσβολή οφείλει να αποσβεστεί, είναι επιταγή της Ιστορίας να καθιερωθεί η 1ηΑπριλίου ως επίσημη εθνική εορτή, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που στην Κύπρο η 25ηΜαρτίου και η 28ηΟκτωβρίου συγκαταλέγονται ως τέτοιες και εορτάζονται ως προσήκει, με το νησί να βάφεται στα χρώματα της γαλανόλευκης. Συνιστά μια οφειλόμενη συγγνώμη στη μνήμη των ηρώων μας και ένα ανεξόφλητο γραμμάτιο που κηλιδώνει το πρόσωπο μας ως κοινωνίας απέναντι πρωτίστως στη συνείδησή μας και στα αδέλφια μας, τα οποία δεν σήκωσαν τα όπλα απέναντι στο κατακτητή ψυχολογικά απαρασκεύαστοι και χρονικά ανώριμοι. Το αίτημα είχε ανθήσει στο ενωτικό δημοψήφισμα της 15ηςΙανουαρίου 1955 όταν το 95,7% του κυπριακού λαού είχε ψηφίσει την Ένωση με τη Μητέρα-Πατρίδα.



Για να αντιστραφεί αυτό το καθοδικό σπιράλ λήθης απαιτούνται πατριωτικές ηγεσίες και στους δυο πνεύμονες του Ελληνισμού για να κατανοήσουν το Κυπριακό, το οποίο –όπως έχω γράψει παλαιότερα από εδώ πάλι- «είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρα” με την πλατύτερη έννοια που έχει αυτή η λέξη», όπως κανοναρχεί ο Σεφέρης. Και πράγματι το Κυπριακό μαζί με όλες τις προεκτάσεις και συμπαραδηλώσεις του είναι ζήτημα καλλιέργειας. Είναι ο τρόπος κατανόησης του εαυτού μας, πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, ως Έθνος, στην Ιστορία και τον κόσμο. Το Κυπριακό ιχνογραφεί την αντίληψη μας για τον όλον Ελληνισμό, συγκροτεί την αδιάσπαστη συνοχή του μητροπολιτικού κέντρου με την περιφέρεια, μετριάζει το μελαγχολικό αίσθημα της εθνικής μας μοναξιάς και γαλβανίζει το αίσθημα αυτοπεποίθησης και αισιοδοξίας ότι δεν είμαστε μόνοι, «πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά, είναι ελληνικός».

Η Κύπρος δεν είναι «νήσος τις». Είναι το «προκεχωρημένο φυλάκιο» του Ελληνισμού στην Ανατολή, ο πνεύμονας του Έθνους στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου. Η γλυκιά αίσθηση και ταυτόχρονα το βαρύ χρέος ότι ο Ελληνισμός δεν εξαντλείται στα σημερινά στενά γεωγραφικά όρια.

Μέχρι η 1ηΑπριλίου να καθιερωθεί ως εθνική εορτή ας θυμόμαστε τους στίχους του Σεφέρη αποδίδοντας τις νενομισμένες τιμές:

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε /πώς έγινε τούτο το φονικό·/την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,/το στέγνωμα της αγάπης·/Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

Διαβάστηκε 581 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η Σκλαβιά του Έθνους Ο Πόντος Ζει! »
Γιώργος Κωνσταντόπουλος

Τελειόφοιτος Νομικής Σχολής Αθηνών

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…