«Οι γέροι δεν είναι παράσιτα»

  «Κλείστε τους γέρους στα σπίτια τους!», «Δώστε τόπο στους Νέους», «Να ακούσουμε την νεολαία!», «να δούμε έναν νέο άνθρωπο πρωθυπουργό!», «Αφήστε πίσω το ΠΑΛΙΟ», «Η Πρόοδος είναι στα νιάτα!», «Άσε μας ρε γέρο τώρα, που ζούμε νομίζεις;», « Πως σκέφτεσαι έτσι σαν γέρος/γριά εσύ;»  και πάει λέγοντας… μα αν αναπαράγουμε όλες τις υποτιμητικές εκφράσεις για τους ηλικιωμένους δεν θα έχουμε χώρο να συζητήσουμε τίποτα.


   Μέσα στο αίτημα των τελευταίων δεκαετιών για ακώλυτη πρόοδο, η κοινωνική μόδα προσεταιρίστηκε τις συνήθειες των νεώτερων μελών κάθε κοινωνίας, ολίγο από ψηφοθηρία, ολίγο από ενοχή, ολίγο από ψυχική καθίζηση, και επιδίωξε να σφετεριστεί την ζωτικότητα των. Η ζήτηση «πληρώνεται» εκ της προσφοράς, κατά τον νόμο της αγοράς. Καταλήξαμε έτσι στην θεοποίηση της «προοδευτικής» διαφορετικότητας οτιδήποτε νέου, αψηφώντας την σταθερότητα οτιδήποτε δοκιμασμένου παλιού. Γιατί μάλλον έτσι είναι: γραφειοκρατικές αιτήσεις για συνεχή αλλαγή «προς τα μπρός».


  Χάσμα γενεών, χάσμα ψυχικό, πνευματική ραστώνη, υλική ευμάρεια, κοινότυπα κοινωνικά τοτέμ νέας γενιάς, μοντέρνα ξόανα, μεταμοντέρνα φληναφήματα: είναι όλα μάλλον χαρακτηριστικά μιας γενιάς που λησμόνησε την αξία του παλαιού. Δεν το λέω εν είδει ρομαντικού ξεσπάσματος. Τα στοιχεία του παλαιού νοηματοδοτούν την ίδια τη ζωή, όπως η παράδοση σημασιοτοδοτεί την ιδιαιτερότητα του νόμου.

  Πρόσφατα αρκετοί
opinion  makers   μας είπαν πως θα αποδώσουμε το «λάθος» του Brexit   στα τεράστια ποσοστά ηλικιωμένων που παρασύρθηκαν από τη ρητορική του Nigel  Farage.

 

Η λειτουργία μιας κοινωνίας όμως δεν μπαίνει σε λογιστικούς υπολογισμούς.


Όταν έπεσε η Τροία, σε μία συνοικία ορισμένοι πολεμιστές, ανάμεσα τους ο Αινείας, συνέχισαν να πολεμούν. Οι Αχαιοί δήλωσαν ότι εάν σταματούσαν θα τους δεχθούν ως «υποσπόνδους». Θα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους ό, τι μπορούσαν να σηκώσουν στα χέρια τους από την περιουσία τους και να φύγουν από την λεηλατημένη πόλη. Ο Αινείας, αντί για τσουβάλια χρυσού που έπαιρναν όλοι, κουβάλησε τον πατέρα του Αγχίση. Οι Αχαιοί τον θαύμασαν κι έτσι του επέτρεψαν να λάβει ο, τι άλλο επιθυμεί. Εκείνος γύρισε και πήρε οικογενειακά κειμήλια και κάποια θρησκευτικά αντικείμενα. Τέτοιο ήταν το δέος τους για αυτόν έπειτα από την περιφρόνηση για τα πλούτη, και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, που του επέτρεψαν να ζήσει ασφαλής σε όποια έκταση ήθελε αυτός.

  Η δε Αρχαία Σπάρτη λόγω της αριστοτεχνικής δομής του πολιτεύματος της συνέχιζε να λειτουργεί εύρυθμα μέχρι την κατάκτηση από τους Ρωμαίους, ενώ το πρόβλημα παρακμής δεν σχετιζόταν με τίποτα άλλο, παρά με τον πληθυσμό, και αυτό διότι λόγω των πολλών πολέμων αυτός μειωνόταν με γεωμετρική πρόοδο. Η σταθερότητα του πολιτεύματος προσέδιδε πολιτική ευκινησία στις «διεθνείς σχέσεις», ενώ άφηνε τα εσωτερικά να αυτορυθμίζονται. Το κυριότερο σώμα για αυτή τη δουλειά ήταν επί της ουσίας η Γερουσία, με 30 μέλη (τα 2 ήταν οι Βασιλείς), άνω των 60 ετών που εισηγούντο τους νόμους, έθεταν μία περίοδο, αν επιθυμούσαν, ΒΕΤΟ στις αποφάσεις της Απέλλας και ασκούσαν κριτική στους Βασιλείς.


  Επίσης, στο Σύνταγμα του 1844, όπως και σε εκείνο του 1929 προβλεπόταν θεσμός Γερουσίας (ή Γερωσίας ή Γερωνίας όπως αναφέρεται η λέξη στον Αριστοφάνη). Βέβαια, έπειτα καταργήθηκαν με τις αλλαγές των συνταγμάτων.

 Όλα αυτά τεκμηριώνουν μία «ελληνότροπη» προσήλωση σε κάποια αξία των ηλικιωμένων, ανεξήγητη στις μέρες του ηθικού κ’ πνευματικού μηδενισμού που διαβιούμε.


   Ο ηλικιωμένος δεν ταιριάζει να αντιμετωπίζεται ως το σκουπίδι ενός φαγώσιμου μετά την χρήση του. Δεν είναι απλώς παρακατιανός εργαζόμενος που έδωσε ο, τι είχε και αφού δεν δύναται να δώσει άλλα ας τον πετάξουμε, λοιδορώντας τα χαρακτηριστικά της ηλικίας του. Είναι άδικο. Άλλως τε δεν φταίει αυτός που είναι ηλικιωμένος αλλά ο πανδαμάτωρ χρόνος.

  Είναι όμως όλη εκείνη η βιοθεωρία ενός ανθρώπου που γεύτηκε τη ζωή του με τον τάδε η τον δείνα τρόπο, η λελογισμένη τάση αλλαγής, η συνειδητή επανάπαυση με τα καθορισμένα υπάρχοντα, ο ρεαλιστικός συντηρητισμός, που τους διαφοροποιούν, τους προσδίδουν ρόλο οδηγών και τους καθιστούν αναγκαίους στην κοινωνία.

Αντί να κατηγορούνται ως παράσιτα, αξίζουν τις μεγαλύτερες τιμές, για τις συμβουλές, την οπτική, και τη γλυκύτητα που μοιράζουν όταν εκφράζονται.


Θυμάμαι όταν πρωτοξεκίνησε η κρίση, ανοίχτηκε ένας λογαριασμός από το κράτος για να συνεισφέρουν όσοι ήθελαν. Ένας αξιολάτρευτος ηλικιωμένος, περί τα 80 ίσως χρόνια ζωής, εισήλθε και κατέθεσε το μεγαλύτερο ποσό της σύνταξης, που μόλις είχε πάρει. Τα κανάλια έτρεξαν να του ζητήσουν μια κουβέντα με κάθε κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο να προσπαθεί να πλασαριστεί στο πλάνο. Τότε δεν ήξερε κανείς τι έμελλε γενέσθαι. Ο ηλικιωμένος είπε: «εε, παιδιά, δεν βαριέστε, εγώ μπορώ να στερηθώ κάποιες μέρες, η κατοχή αν έλθει στην Ελλάδα, όμως, δεν βαστάται…».


Τότε μπορεί να έδειξαν όλοι συμπάθεια για εκείνον των κύριο. Ποιος όμως κατόρθωσε να ξεπεράσει την αρετή της πράξης του;

Τόσες μπαρούφες συλλογικότητας, κοινωνικής συνείδησης, αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας, λαϊκής πάλης, προσφοράς, ενδιαφέροντος στο συνάνθρωπο κλπ γράφονται και λέγονται καθημερινά. Ο κύριος εκείνος απέδειξε σε τρία δευτερόλεπτα την κενότητα όλων.


Οι γέροι δεν είναι παράσιτα, είναι γεροί πυλώνες συνέχειας, τρόπου, καθολικών εθνικών βιωμάτων, μνήμης, περισυλλογής, αξιών και προτύπων. Είμαστε εμείς σε λίγα χρόνια. Αν υπάρχει εξέλιξη είναι γιατί η απερίσκεπτη πρόοδος αλληλεπιδρά με την λελογισμένη συντήρηση.  





 

  

Διαβάστηκε 1920 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 02 Αυγούστου 2016 18:15
Σταύρος Χριστοδούλου

Γεννήθηκε το 1995. Κατάγεται από την Πάτρα. Σπουδάζει Νομική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Είναι ιδρυτής ανεξάρτητης παράταξης στην σχολή του (Ανεξάρτητη Νομική Κομοτηνής- ΑΝΟΚ), Αρχισυντάκτης και Social Media Manager του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών (ΔΙΕΣΥ). Έχει αρθρογραφήσει σε διάφορες ιστοσελίδες κατά το παρελθόν για ζητήματα κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος.

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…