Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο

Σάλος έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστηµα σχετικά µε το ζήτηµα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη Μέση Εκπαίδευση. Βασικό επιχείρηµα όσων αντέδρασαν είναι η άµεση συσχέτιση των αρχαίων ελληνικών µε τη γνώση της νέας ελληνικής γλώσσας, σύµφωνα µε το γνωστό ρητό: «Δεν µπορείς να µάθεις νέα ελληνικά αν δεν ξέρεις αρχαία». Κανείς δεν µπορεί να αρνηθεί ότι το ζήτηµα είναι και ιδεολογικό: σύγκρουση µεταξύ όσων βλέπουν το αρχαιοελληνικό παρελθόν λατρευτικά µε όσους το βλέπουν κριτικά, ωστόσο, πρέπεινα το δούµε από διάφορες οπτικές ως ένα πολύ (!)  ευαίσθητο θέµα, µακριά από ουτοπίες και ψευδαισθήσεις που είναι κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής ορθότητας. Η αίσθηση της πραγµατικότητας είναι καταλυτικός παράγων.

Τι σηµαίνει γνωρίζω νέα ελληνικά; Η πρόοδος της γνώσης προυποθέτει µια πρόοδο στη γνώση των προύποθέσεων της γνώσης. Η συνεχής επανάληψη της παραπάνω φράσης «πρέπει να ξέρεις αρχαία για να ξέρεις και νέα» υποδηλώνει µια συγκεκριµένη αντίληψη. Η γνώση των αρχαίων ελληνικών θεωρείται δεδοµένα και αδιαµφισβήτητα προυπόθεση γιατη γνώση των νέων ελληνικών. Γνώση µιας γλώσσας θεωρείται η γνώση της ετυµολογίας της και της προέλευσης των λόγιων τύπων της. Η θεώρηση αυτή δεν στέκεται µόνο σε µια απαρχαιωµένη αντίληψη για την ίδια την υφή του γλω σσικού φαινοµένου αλλά και σεδιαφόρους γλωσσικούς µύθους που συνάγονται από αυτήν. Έτσι, η συσχέτιση της εκµάθησης των αρχαίων ελληνικών µε διάφορες αρετές που αποκτά ο διδαχθείς την αρχαίαελληνική γλώσσα συνδέεται µε διάφορους διάσπαρτους γλω σσικούς µύθους σχετικά µε την επινοηµένη µαθηµατική δοµή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, τη δήθεν εξάσκηση που προκαλεί η εκφώνηση συγκεκριµένων φθόγγων στη νοητική λειτουργία (πιο συχνά πρόκειται για το «ν»), το λογισµικό της Μicrosoft που είναι γραµµένο στα ελληνικά, τα δήθεν επιχειρήµατα περί της µη συµβατικής, αλλά «νοητικής » δοµής της ελληνικής γλώσσας και δεκάδες άλλα παραδείγµατα που στέκονται πλάι σε αντιεπιστηµονικές αλλά κοινές δυστυχώς παραδοχές της ελληνικής ως µητέρας όλων των γλωσσών και της νέας

ως απλοποιηµένης εξέλιξης της αρχαίας.

Όλοι αυτοί οι επιµέρους γλωσσικοί µύθοι, ακόµα και αν δεν γίνονται αποδεκτοί στο σύνολό τους, µέσω της συνεχούς επανάληψ ής τους εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση και δηµιουργούν ένα µοτίβο αντιµετώπισης της αρχαίας ελληνικής ως ανώτερης όλων των γλωσσών ενώ δίνουν στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών µυθικές και εξωεπιστηµονικές διαστάσεις ταυτίζοντάς τη µε µια γενικότερη καλλιέργεια του νου. Αν το σκεφτεί κανείς, η εκµάθηση της αρχαίας ελληνικής γίνεται ο αυτοσκοπός της εκπαιδευτικής πράξης καθώς αποδίδεται σε αυτήν κάθε προσόν που υποτίθεται ότι πρέπει να εµφυσήσει το εκπαιδευτικό σύστηµα στους µαθητές του.

Μια τέτοια αντίληψη όµως δηµιουργεί διαφόρων τύπων παράδοξα µε το κυριότερο από

αυτά να είναι ότι ο οµιλητής που µιλάει νέα ελληνικά και δεν έχει ιδέα από αρχαία ελληνικά θεωρείται ότι δεν ξέρει τη γλώσσα µε την οποία επικοινωνεί, τη µητρική του. Για να παρακάµψουµε, λοιπόν, αυτό το εµφανές αδιέξοδο πρέπει να επαναδιατυπώσουµε: το «η γνώση των νέων ελληνικών προυποθέτει τη γνώση των αρχαίων » γίνεται «η "σωστή" γνώση των νέων ελληνικών προυποθέτει τη γνώση των αρχαίων ελληνικών». Με βάση αυτή την επαναδιατύπωση, η νέα ελληνική θεωρείται ότι είναι έγκυρη µόνο µέσα από τη συσχέτισή της µε προηγούµενες φάσεις της και κυρίως µε την ιωνική-αττική. Δηµιουργείται µε αυτόν τον τρόπο το τελικό παράδοξο του παρόντος εκπαιδευτικού συστήµατος. Το µάθηµα των αρχαίων ελληνικών ουσιαστικά διδάσκεται ως τρόπος διδασκαλίας των νέων. Ατέλειωτες σχολικές ώρες σπαταλώνται στο κυνήγι ενός άπιαστου ονείρου: της κατανόησης των µηχανισµών ενός γλωσσικού συστήµατος, το οποίο το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστηµα υποβαθµίζει µέσα από τη συνεχή καταφυγή σε ένα άλλο που θεωρείται γενικά εγκυρότερο. Αυτό µπερδεύει µαθητές και οµιλητές της νέας ελληνικής και οδηγεί σε συνεχείς και αυθαίρετες αναγωγές και συγκρίσεις µε την αρχαία ελληνική γλώσσα και σε µια ψευδή θεώρηση µιας µόνιµης έλλειψης που περιβάλλει την κωδικοποίηση της νέας ελληνικής σε αντίθεση µε τη στιβαρή και συγκροτηµένη γραµµατική των αρχαίων ελληνικών (των ελληνικών της αττικής περιόδου δηλαδή). «Η νέα ελληνική δεν έχει γραµµατική» είναι ένας ακόµη µύθος που περιβάλλει τη γλωσσική διδασκαλία και δηµιουργεί εκ του αποτελέσµατος µια επιπρόσθετη υποτιµητική αντιµετώπιση των νέων ελληνικών. Κατά τον τρόπο αυτόν και µε δεδοµένη τη µη ύπαρξη των απαραίτητων γλωσσολογικών αξιωµάτων στη σχολική εκπαίδευση, η γλωσσική διδασκαλία στην Ελλάδα ταυτίζεται µε τη δηµιουργία ενοχών για τη µητρική γλώσσα ακόµα και αν αυτή είναι επαρκώς κωδικοποιηµένη από εξαιρετικούς γλωσσολόγους και «καλλιεργηµένη» από διεθνώς καταξιω µένους λογοτέχνες που τη χρησιµοποίησαν στην

τέχνη τους.

Πρόκειται για µια εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία είναι αντίθετη µε όλα τα αξιώ µατα της σύγχρονης γλωσσολογίας, µε πρώτη και κύρια τη σωσυριανή αντίληψη για τη συγχρονία και τη διαχρονία και τη σηµασία ιδιαίτερα της πρώτης στη µελέτη του γλωσσικού φαινοµένου.Η διδασκαλία της γραµµατικής της αρχαίας δεν εµπλουτίζει, δεν βοηθά, δεν φέρνει στην επιφάνεια την ενδιάθετη γνώση της γραµµατική της νέας, ενώ - σε καθαρά λεξιλογικό επίπεδο- κανείς δεν µπορεί να αποκλείσει τη διδασκαλία του λεξιλογικού πλούτου της ελληνικής από το µάθηµα των νέων ελληνικών.

Η γνώση της αρχαίας ελληνικής, λοιπόν, µπορεί πράγµατι να δώσει απαντήσεις σε κάποια ζητήµατα ετυµολογικής διάστασης, αλλά και να τοποθετήσει συγκεκριµένα γλωσσικά φαινόµενα µέσα στην εξέλιξή τους, δεν µπορεί όµως να λειτουργεί ως ο τρόπος ανάγνωσης της παρούσας γλωσσικής πραγµατικότητας, ως συνθήκη και προυπόθεση της µελέτης της µάθησης της σύγχρονης γλώσσας. Πολλές φορές, ούτως ή άλλως, οι ετυµολογικές αυτές εξηγήσεις προκύπτουν οι ίδιες από την αντιµετώπιση της αρχαίας ελληνικής ως γλώσσας γοήτρου, όπως συνέβη για παράδειγµα µε την επανεισχώρηση των τύπων της προστακτικής χωρίς την εσωτερική αύξηση («επίλεξέ το» αντί «επέλεξέ το») που βασίστηκε σε έναν ρυθµιστικό κανόνα της αρχαίας ελληνικής. Ένα φαινόµενο που θα µπορούσε εύκολα να µελετηθεί µε συγχρονικούς όρους (αύξηση και στην προστακτική ως προϊόν υπερδιόρθωσης, κατ, αναλογία προς τους παρελθοντικούς χρόνους µια που πάντα συλλαβή που φέρει τον τόνο θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρή) αντιµετωπίζεται µε αναγωγή σε έναν κανόνα της αρχαίας ελληνικής. Και επαναλαµβάνουµε παπαγαλίστικα ότι στην προστακτική δεν µπαίνει αύξηση ενώ ο ρόλος της αύξησης έχει πάψεινα έχει το νόηµα που ειχε.

                                                                               

Το δεύτερο επιχείρηµα της τεράστιας αξίας που έχει η «αδιαµεσολάβητη» κατάκτηση των κειµένων της αρχαίας γλώσσας µέσα από το πρωτότυπο προυποθέτει µια συνολική

απαξίωση και διαβολή του µεταφρασµένου κειµένου ως προς την ποιότητά του. Αυτή η

αντίληψη προκύπτει πρακτικά και πάλι από το βάθρο στο οποίο έχει τοποθετηθεί η αρχαία ελληνική γλώσσα, ώστε κάθε προσπάθεια απόδοσής του πρωτότυπου κειµένου σε νέα ελληνικά να θεω ρείται έκπτωση και εκλαίκευση. Στηρίζεται δε σε µια αντίληψη που λέει ότι ο ίδιος ο µαθητής δεν µεταφράζει το αρχαίο ελληνικό κείµενο στο νέο, δεν δρα δηλαδή ως «µεσολαβητής», αλλά διαβάζει το πρωτότυπο σαν να ήταν η δική του γλώσσα. Μια ενδεχόµενη απάντηση είναι ότι ο µαθητής µοχθεί για να οδηγηθεί στην αποκωδικοποίηση, η οποία αντιµετωπίζεται η ίδια ως νοητική εξάσκηση σε τέτοιο βαθµό που παραµερίζεται η ίδια η αρχαιοελληνική γραµµατεία στο κυνήγι του δεύτερου τύπου της υποτακτικής παρακειµένου. Ο µύθος του τεµπέλη οµιλητή της νέας ελληνικής που θα στρώσει όταν πάει στο γλωσσικό στρατόπεδο ενός στριφνού κείµενου στο πρωτότυπο δίπλα στην αναπαράσταση της ελληνικής γλώσσας ως ενός παρηκµασµένου και πτωχευµένου απογόνου αριστοκρατικής γενιάς.

Όσα προαναφέρθηκαν σηµαίνουν βέβαια ότι επιζητείται η συνολική εκρίζωση των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών από τις σχολικές αίθουσες; Όχι φυσικά µε τον πλέον κατηγορηµατικό τρόπο. Η καταλληλότητα ή µη της αυτόνοµης διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών είναι ζήτηµα µιας τελείως διαφορετικής υφής. Γι, αυτό είναι λανθασµένο και το επιχείρηµα «οιΈλληνες καθηγητές είναι υπέρ της κατάργησης των αρχαίων ελληνικών καιοι Γάλλοι συνάδελφοί τους διαµαρτύρονται». Το πλαίσιο της υποτίµησης των ανθρωπιστικών σπουδών, στα δυτικά πανεπιστήµια είναι ένα κοµµάτι ενώ το πλαίσιο της εγκατάλειψης των πολλών ωρών της αρχαίας ελληνικής υπέρ της εκµάθησης της νέας είναι ένα άλλο τελείως διαφορετικό.

Τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά φυσικά και θα συνεχίζουν και πρεπει να διδάσκονται στα σχολεία σε όλους τους µαθητές ανεξαρτήτως κατεύθυνσης σπουδών. Είναι απαραίτητη προυπόθεση όµως η διδασκαλία τους να γίνεται αυτόνοµα, ως ξεχωριστή γλωσσική γνώση που δεν θα δηµιουργεί συνεχώς παρεµβάσεις στο πώς διδάσκεται η νέα ελληνική. Με άλλα λόγια, να µην αποτελεί η αρχαία ελληνική τον τρόπο διδασκαλίας των νέων. Γνώση της γλώσσας δεν είναι η γνώση κάποιων στείρων τύπων, ούτε µόνο της γλώσσας της υψηλού κύρους λογοτεχνίας. Και ναι!'Ισως κάποιες φορές η διδασκαλία ενός τελείως  διαδικαστικού κειµένου οδηγιών χρήσης να προσφέρει πολύ περισσότερα στον µαθητή από έναν δάσκαλο που έχει στηθεί µε γουρλωµένα µάτια πάνω από έναν ιδρωµένο µαθητή που δεν µπορείνα θυµηθεί ακριβώς το β΄πρόσωπο της οριστικής παρατατικού ενός «ίστηµι» παρµένου από ένα κείµενο του Θουκυδίδη για το οποίο καµία σηµασία δεν δίνεται. Με τον τρόπο αυτό θα µπορέσει ο µαθητής να αποκτήσει µια πληρέστερη γνώση αναφορικά µε τα Αρχαία Ελληνικά και να τα αξιοποιήσει αποτελεσµατ ικά στην εκµάθηση σωστών(!) νέων

Ελληνικών µακριά από τάσεις ανορθογραφ ιας και ασυνταξίας που έντονα παρατηρούνται πλεον. Γίνεται λόγος δηλαδή για αναγκαία διατήρηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα, αλλά µε ορθότερη προσαρµογή προς όφελος και της ιδιας της Αρχαίας Ελληνικής Γραµµατείας που τόσο σηµαντική είναι η συνεισφορά της.

Κλείνοντας σας παραθέτω ένα απόσπασµα από την οµιλία του Οδυσσέα Ελύτη στην τελετή απονοµής του βραβείου Νοµπέλ, τον Νοέµβριο του 1979: «Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε µια γλώσσα που µιλιέται µόνον από µερικά εκατοµµύρια ανθρώπων. Παρ, όλ, αυτά, µια γλώσσα που µιλιέται επί δυόµιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και µε ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινοµενικά, διάσταση αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευµατική οντότητα της χώρας µου. Που είναι µικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιµετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιµοποιεί για τα πιο αγαπηµένα πράγµατα τις ίδιες λέξεις που χρησιµοποιούσαν µία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. - χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισµα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισµένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα µέσον επικοινωνίας, πρόβληµα δεν θα υπήρχε. Συµβαίνει όµως να αποτελεί και εργαλείο µαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η

γλώσσα στο µάκρος των αιώνων ένα ορισµένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησµονεί κανείς ότι στο µάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαµβάνω ούτε ένας, που να µην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το µεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Διαβάστηκε 1234 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016 20:00
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Περί Φυγής και Ερχομού Οι Έλληνες Πεθαίνουμε! »
Αντώνης Στ. Φουρνιστάκης

Αντώνης  Φουρνιστάκης είναι φοιτητής Νομικής, ΔΠΘ

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…