Ο θεσμός της διαμεσολάβησης εν δράσει

    Του Χάρη Κατσιβαρδά

Είναι πρόδηλο ότι η ίδια η κοινωνία μας, έχει αδήριτη ανάγκη από την εφαρμογή ενός συμπληρωματικού θεσμού εναλλακτικής εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών μεταξύ των πολιτών, πέραν από την κλασσική αντιδικία των δικαστηρίων.

Επρόκειτο δια ένα θεσμό ο οποίος προβλέπεται από τον Νόμο 3869/2010 όπως εισήχθη στην εσωτερική έννομη τάξη ενσωματώνοντας την κοινοτική οδηγία 2008/52/ΕΚ.

Ο εν λόγω θεσμός ήδη επιτυχώς δοκιμασμένος στο εξωτερικό φιλοδοξεί να επιλύσει επιτυχώς ορισμένες διαφορές μεταξύ των πολιτών παρέχοντας ένα ευρύ φάσμα εναλλακτικών προτάσεων διευθέτησης των εκατέρωθεν αντικρουόμενων συμφερόντων των εμπλεκομένων μερών.

Καταρχάς επρόκειτο δια τα Ελληνικά δεδομένα δια ένα καινοτόμο θεσμό απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικής φύσεως διαφορών προτού καταλήξουν στα δικαστήρια ο οποίος λειτουργεί συμπληρωματικά/( διαζευκτικά κατ’ ορθότερον) του εξωδικαστικού συμβιβασμού του άρθρου 214 Α του Κ.Πολ.Δ, τον δικαστικό συμβιβασμό του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δ, τη δικαστική διαμεσολάβηση κατ’ άρθρον 214 Β του Κ.Πολ.Δ καθώς και τη διαιτησία του άρθρου 867 του Κ.Πολ.Δ.

Εν ολίγοις ο εν λόγω νεοπαγής θεσμός διαφοροποιείται με τους άνω αναφερθέντες θεσμούς χωρίς όμως να τους ανταγωνίζεται, απλώς θεμελιώνεται σε μία άλλη φιλοσοφία η οποία επενεργεί έτι περαιτέρω ευνοϊκά δια την επίλυση των διαφορών.

Καταρχάς, δεν επρόκειτο δια μία αμιγή μορφή συμβιβασμού strictosensu, αλλά δια μία επιχείρηση εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με πρωτοβουλία των δύο μερών ανευρίσκοντας μία αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία με την ουδέτερη πλην καταλυτική συνδρομή του διαπιστευμένου και ειδικώς εκπαιδευμένου διαμεσολαβητή δικηγόρου προς αυτή την κατεύθυνση.

Ειδικότερα στο άρθρο 4β του νόμου προβλέπεται : «Ως Διαμεσολάβηση νοείται η διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασία όπου δύο ή περισσότερα μέρη μίας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν με συμφωνία  της διαφοράς με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή».

Τούτο σημαίνει ότι τα εμπλεκόμενα μέρη είναι εντελώς αυτόνομα και εκουσίως επιλέγουν την υπαγωγή στη διαδικασία διαμεσολάβησης καθώς και τη διάρκεια αυτής σε κάθε περίπτωση.

Ο διαμεσολαβητής ενεργεί επιβοηθητικά επιδιώκοντας με διάφορες τεχνικές και μεθόδους να οδηγήσει τα μέρει στην ανίχνευση μίας λύσης μέσω από διαβουλεύσεις και κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τα μέρη, με αποτέλεσμα να φωτίσει ορισμένες καίριες πτυχές της υπόθεσης όπου ενδεχομένως λόγω ιδεοληψίας ή εν γένει δεισιδαιμονίας τους ενός μέρους προς τον αντίδικο-αντίπαλο τούτο  καθίσταται δυσχερές.

Περαιτέρω ο διαμεσολαβητής εγκύπτει περιπτωσιολογικά με αίσθημα ευθύνης σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά επιδιώκοντας να αναδείξει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των μερών με σκοπό να ενθαρρύνει το διάλογο μεταξύ τους, υποκείμενος στις διατάξεις του κώδικα δεοντολογίας που τον διέπουν (αμεροληψία, ουδετερότητα, ανεξαρτησία, εχεμύθεια, ευθυδικία).

Ως εκ τούτου λοιπόν η διαδικασία διεξάγεται σε ένα περιβάλλον απόλυτης εμπιστοσύνης δεδομένου ότι δεν τηρούνται πρακτικά και τα μέρη καθίστανται εν τοις πράγμασι οι αρχιτέκτονες της δομής της διαδικασίας, αποφασίζοντας σε κάθε στάδιο της διαμεσολάβησης δια το επόμενο βήμα αυτόβουλα και ανεπηρέαστα.

Προσέτι η διαδικασία λαμβάνει χώρα και λογίζεται απόρρητη καθώς επίσης και τα εμπλεκόμενα μέρη επουδενί δύνανται να μετάσχουν σε τυχόν επακολουθούμενες δίκες σχετικά με το ίδιο αντικείμενο κατ’ άρθρο 10 του Ν. 3898/2010.

Είναι πρόδηλο ότι ο εναλλακτικός αυτός εξωδικαστικός θεσμός πόρρω απέχει από τους προαναφερθέντες του Κ.Πολ.Δ καθότι δεν έχει σχέση με τη συνήθη επίσημα διαδικαστική δικαστική πρακτική των πολιτειακής δικαστηριακής εξουσίας καθότι έχει μία ανεπίσημη, άτυπη διαδικασία όπου ο διαμεσολαβητής δεν ταυτίζεται ουδ’ επελάχιστον με την ιδιότητα του δικαστή.

Εντούτοις όμως δεν παύει να συνιστά μία διαρθρωμένη διαδικασία υποκείμενη σε κανόνες όπως ανωτέρω διεξοδικώς αναφέρθηκαν όπου τα μέρη επιλέγουν αυτοβούλως ή κατόπιν πρόσκλησης ενδεχομένως από το δικαστή σε κάθε στάδιο της δίκης αναβάλλοντας για το λόγο αυτό τη δίκη μέχρις ότου περατωθεί η διαδικασία αυτή (άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 3898/2010).

Κατά συνέπεια η προηγούμενη προσφυγή με καθοιονδήποτε σύννομα εφικτό τρόπο στην διαδικασία της διαμεσολάβησης προ του δικαστηρίου επιφέρει κατ΄ άρθρο 11 διακοπή της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας ασκήσεως των αξιώσεων των μερών, καθ’ όλη τη διάρκεια με την επιφύλαξη των άρθρων 261 του Α.Κ

Ως εκ τούτου λοιπόν η στόχευση είναι αν ευδοκιμήσει και τελεσφορήσει εν τέλει η διαδικασία και συγκλίνουν εν τέλει τα μέρη σε μία αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία που συνεπάγεται την οριστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ τους, καταρτίζεται ένα πρακτικό το οποίο συνυπογράφεται από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και κατατίθεται με επιμελεία του διαμεσολαβητή στην γραμματεία του Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έλαβε χώρα η επίμαχη διαμεσολάβηση με καταβολή παραβόλου υπέρ του δημοσίου.

Τώρα αν το κατατεθέν πρακτικό περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ

Άξιο δε μνείας είναι ότι στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου υπάγονται μόνο οι ιδιωτικής φύσεως διαφορές (εμπορικές και αστικές) ενδοτικού δικαίου, ήτοι διαφορές όπου τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.

Κατά συνέπεια λοιπόν ο εν λόγω θεσμός με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις όπως ισχύει εξοβελίζει εξορισμού συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεις όπως είναι υποθέσεις δημοσίου δικαίου καθώς και ιδιωτικού αναγκαστικού δικαίου.

Εν κατακλείδι, σε κάθε περίπτωση ο θεσμός  αυτός αποβλέπει, πέραν ότι θα συντείνει στην αποσυμφόρεση των δικαστηρίων, στην εδραίωση μίας νέας πραγματικότητας στην επίλυση των διαφορών μεταξύ των πολιτών των οιονεί διαδίκων τόσο σε αρχικό στάδιο προτού καν ασκηθεί αγωγή ή κατά την εκκρεμοδικία της αγωγής.

Ωστόσο όμως επρόκειτο δια την εδραίωση μίας νέας κουλτούρας στην εξωδικαστική επίλυση των διαφορών και στην περαιτέρω αξιολόγηση των έννοιας της αντιδικίας στην Ελλάδα τόσο σε επίπεδο εξωδικαστικό όσο και σε δικαστικό.

Διαβάστηκε 1226 φορές
Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης

Ο Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης είναι Πολιτικός Επιστήμων, απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε εξειδίκευση στην Πολιτική Επικοινωνία και Ανάλυση ενώ έχει διατελέσει επικοινωνιακός σύμβουλος και Campaign Manager.

Κατέχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους από το Cardiff University και το Institute of Chartered Shipbrokers με εξειδίκευση στη Ναυτιλιακή Πολιτική και στην επίλυση ναυτασφαλιστικών διαφορών.

Είναι Ιδρυτής και Συντονιστής του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών (www.syntiritikoi.gr) ενώ είναι τακτικός αρθρογράφος στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ και επιστημονικός συνεργάτης της μηνιαίας επιθεώρησης "Νέα Πολιτική".

Επιστημονικός Συνεργάτης της Νέας Δεξιας

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…