Για την εθνική επανεκκίνηση -Νομισματικά, Μέρος 1ο

Η κρίση που μαστίζει τη χώρα μας εδώ και 8 έτη, παρουσιάζει μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα του νομίσματος, πέρα από φθηνές συνθηματολογίες «Ευρωλάγνων» και «Δραχμιστών». Τα συστημικά κομμάτα, έχοντας συνηθίσει τους ψηφοφόρους - πελάτες σε μία σχέση ωμής δοσοληψίας, εθίστηκαν και τα ίδια σε μία διαιωνιζόμενη αυταπάτη πως «λεφτά (δηλαδή νομισματικές μονάδες) υπάρχουν». Και αν δεν υπάρχουν, θα τα δανειστούμε εντός Ευρώ με τη μορφή προγραμμάτων διάσωσης ή θα τα τυπώσουμε σε δραχμές.

Ανεξαρτήτως χαρακτηριστικών και ονοματοδοσίας (πακέτα Ντελόρ, πακέτα διάσωσης, κλπ), το χρήμα που ρέει εδώ και 4 δεκαετίες στην εγχώρια αγορά με τη μορφή μισθοδοσίας και έργων του δημοσίου, και εξωτερικού δανεισμού, δεν μας ανήκει. Δεν είναι με απλά λόγια, αποτέλεσμα δικής μας υπεραξίας, δεν εξάγουμε προϊόντα και υπηρεσίες για τα οποία υπάρχει ζήτηση εκτός χώρας, σίγουρα όχι αρκετά για να δικαιολογούν την αύξηση του ΑΕΠ των δεκαετιών 1980-2008 και την ισόμετρη αύξηση του κατα κεφαλήν εισοδήματός μας. Η εώς τώρα συμπεριφορά των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ ως μεταλλαγμένου επί το χείρον ΠΑΣΟΚ, καταδεικνύει πως τους είναι αδύνατο να δουν τον εαυτό τους ως κάτι περισσότερο από διαχειριστές ξένου και δανεικού χρήματος με αποτέλεσμα των ξεπεσμό της Ελλάδος σε failed state. Η επιτυχία της ΝΔ και πολύ περισσότερο του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2012 και του 2015 αντίστοιχα, βασίστηκε στο αληθοφανές επιχείρημα πως μπορούν να πείσουν τρίτους να μας δανείζουν ώστε -έστω και πιο περιορισμένα- η χώρα να συνεχίζει να καταναλώνει παρασάγγας περισσότερα από όσα παράγει.

Τα αυτοαποκαλούμενα φιλευρωπαϊκά κόμματα συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμενα να λειτουργήσουν ως τίποτε περισσότερο απόδιεκπεραιωτές των πελατών τους σε θέσεις του δημοσίου, αναθέτοντες δημόσια έργα στους γνωστούς αγνώστους εργολάβους, αρκέστηκαν σε οριζόντιες περικοπές και ευχολόγια για ανάπτυξη. Ομολογώντας στην ουσία πως δεν ξέρουν και δεν θέλουν εφαρμόσουν τίποτε διαφορετικό από όσα τα έφερναν στην εξουσία εδώ και 36 χρόνια, απλά διορίζουν λιγότερους, τους αμοίβουν χειρότερα μέσω των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, και αναθέτουν λιγότερα έργα.

Το κίνητρο της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, ουσιαστικά ζητούσε επαναφορά σε μισθούς, συντάξεις και αναθέσεις έργων στα πρό κρίσης επίπεδα. Οι πομφόλυγες περί «νέου» και «άφθαρτου» - ωσάν αυτά να εξασφαλίζουν και το ικανό-ήταν ωμή υποκρισία. Πλεόν των μισών υποψηφίων του ΣΥΡΙΖΑ προερχόταν από το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ, μάλιστα της πιο ωμής και κρατικίστικης μορφής του. Οι ψηφοφόροι με αυτό το κίνητρο έσπρωξαν αυτό το συνονθύλευμα αριστεριστών και παλαιοπασόκων στην εξουσία. Εφ’ όσον οι πρώτοι 7 μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ξοδεύθηκε σε αδιέξοδους τσαρλατανισμούς, από τον Ιούλιο του 2015 και μετά, οι κυβερνήσεις Τσίπρα υπογράφουν τα πάντα, αρκεί το Ευρωσύστημα να ευνοεί την παραμονή τους στην εξουσία, αγνοώντας τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας και στο επίπεδο διαβίωσης του λαού μας. 

Από την άλλη πλευρά οι υποστηρικτές της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, βασιζόμενοι και αυτοί σε μία ελαφριά όσο και επικίνδυνη προσδοκία για επιστροφή στις εύκολες και ξέγνοιαστες «ημέρες του ‘81», προχωρούν σε καταγέλαστες προτάσεις εισβολής στο Νομισματοκοπείο, κρατικοποίησης του συνόλου της οικονομίας, και μονομερούς διαγραφής του χρέους, ως μαγικές λύσεις. Η τεχνηέντως κρυμμένη ατζέντα περιλαμβάνει προλεταριοποίηση του 99% του πληθυσμού, παντοκρατορία των συνδικάτων, θεσμοθέτηση της σοβιετικού τύπου νομενκλατούρας και εγκαθίδρυση ενός απομονωτικού και χρεοκοπημένου εν τη γενέσει του μαρξιστικού μοντέλου το οποίο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εξαθλίωση. 

Απουσιάζει ο διάλογος που θα προβάλλει ρεαλιστικές προτάσεις για βιώσιμη και στέρεη οικονομική ανάπτυξη, διαφύλαξη της εθνικής ακεραιότητας και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του λαού μας, όσο και για επιβίωση σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει ραγδαία, την εξέλιξη του οποίου δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε. Σκόπος του πρώτου άρθρου της σειράς αυτής είναι να θέσει εν συντομία μιά σειρά από θέματα επί τάπητος, τα οποία βρίσκω ως τα σημαντικότερα προκειμένου να βοηθηθεί η/ο αναγνώστρια-ης στην συζήτηση επί του νομισματικού το οποίο ήδη έχει ξεκινήσει στον στενό πυρήνα της Ευρώπης.

Θα ακολουθήσουν μιά σειρά από άρθρα που θα θίγουν τα εν λόγω και περισσότερα ζητήματα, αναλόγως και των τρεχουσών πολιτικών εξελίξεων. 

Μια πατριωτική πολιτική δύναμη που θέτει τις δυνάμεις της στην υπηρεσία του Έθνους και του λαού της, οφείλει κατά την άποψή μου να έχει εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μή εξαιρουμένου του νομισματικού.    

Το νόμισμα είναι όχημα και καθρέφτης

Το νόμισμα υπηρετεί την παραγωγική δραστηριότητα, διευκολύνει τα εκατομμύρια των συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα καθημερινά στο εσωτερικό και με αντισυμβαλλόμενους εκτός χώρας. Ταυτόχρονα είναι και ο καθρέφτης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η οικονομία συναπαρτίζεται από όλες τις επί μέρους δραστηριότητες ιδιωτών και επιχειρήσεων μεταξύ τους, με το κράτος και με τρίτους. Ο δείκτης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, πολύαπλά μετρά τον βαθμό στον οποίο υπάρχει ζήτηση από τρίτους εκτός χώραςγια το τελικό προϊόν που παράγει μία χώρα, δηλαδή τις υπηρεσίες και τα αγαθά της.

Όσο υψηλότερος ο βαθμός ζήτησης, τόσο πλουσιότερη η οικονομία, δεδομένου πως ο πλούτος της υπεραξίας που προκύπτει όταν η οικονομία πουλά το προϊόν της, οδηγεί σε εισροές χρήματος από το εξωτερικό. Αυτό το χρήμα δεν είναι δανεικό, άρα δεν εθίζει τον πληθυσμό σε εύκολες και εθιστικές λύσεις πλαστής ευημερίας.

Η διαδικασία αυτή ισχύει ανεξαρτήτως ιδεολογικού υποβάθρου, και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Συνθήματα όπως «οι άνθρωποι πάνω από τα νούμερα», «τα κέρδη τους το αίμα μας» στερούνται στοιχειώδους σοβαρότητος και χρησιμοποιούνται προκειμένου να ενθουσιάσουν τους αδαείς.

Όσο περισσότερα ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες παράγονται σε μία οικονομία τόσο ισχυρότερο -κατ’ αρχήν- το νόμισμα αυτής. Στα Ελληνικά η λέξη «νόμισμα» αντικατοπτρίζει εν μέρει το εννοιολογικό περιεχόμενο του αντικειμένου της. Η αξία του μέσου ανταλλαγής που κατέχω, ορίζονται από το πόσο σημαντικήνομίζω πως είναι. Οι επί μέρους απόψεις των χρηστών ενός μέσου ανταλλαγής αντικειμενικοποιούνται μέσω μηχανισμών πέραν του αντικειμένου του άρθρου αυτού, διαμορφώνοντας την τελική γνώμη για την αξία του. Η ερώτηση «Τί νομίζεις πως αξίζουν τα 120 δολάρια ΗΠΑ που κατέχεις;» θα λάβει μία διαφορετική απάντηση σε αντιδιαστολή με την ερώτηση «Τί νομίζεις πως αξίζουν τα 120 δολάρια Ζιμπάμπουε που κατέχεις;».

Το νόμισμα δεν είναι αντίβαρο στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας

Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει υποστεί καθίζηση τα τελευταία 35 χρόνια. Δεν θα σας κουράσω σε αυτό το στάδιο, με πολύπλοκα στατιστικά δεδομένα. Δεν έχουμε παρά να εξετάσουμε πόσοι από τους οικείους μας δραστηριοποιούνται σε θέσεις εργασίας, για το προϊόν των οποίων υπάρχει ζήτηση από τρίτους εκτός χώρας. Εν τέλει πόσων εξ αυτών οι δραστηριότητες οδηγούν σε εισροές μη δανεικού χρήματος στην Ελληνική οικονομία. Η αλήθεια είναι πως είναι αποκαρδιωτικά λίγοι, και πως όσο αυτό δεν αλλάζει, η όποια συζήτηση για το νόμισμα ως σανίδα σωτηρίας είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μια μετάβαση σε νέο νόμισμα υπό τις παρούσες συνθήκες, θα οδηγούσε σεεξαθλίωση, καλπάζοντα πληθωρισμό και διαρκείς υποτιμήσεις, έλλειψη αγαθών πρώτης ανάγκης και περαιτέρω αποδυνάμωση της θέσης της χώρας σε γεωπολιτικό επίπεδο.

Εύκολες και γρήγορες λύσεις με την μετάβαση σε εθνικό νόμισμα δεν υπάρχουν. Χρειάζονται μακρόπνοο και ευέλικτο σχέδιο μετάβασης, αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, και αλλαγή παραδείγματος, ήτοι πρωτύπου αναφοράς από καταναλωτικό με δανεικά, σε αποταμιευτικό/επενδυτικό προς διαδικασίες που θα ισχυροποιήσουν τη θέση της χώρας μας.

Το νόμισμα δεν είναι αυτοσκοπός

Τα κόμματα που επιθυμούν παραμονή στην Ευρωζώνη, νομοθετούν εδώ και 8 χρόνια με κίνητρο αποκλειστικά αυτό, δηλαδή τη μή διαπραγμάτευση εναλλακτικής. Αυτό έχει αποδειχθεί επιζήμιο και ενδέχεται να αποτελέσει πηγή ακόμη μεγαλύτερων δεινών.

Κατ’ αρχήν έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά δεδομένου πως γνωρίζοντας οι δανειστές πως δεν υπάρχει κανένασοβαρό εναλλακτικό σχέδιο, πιέζουν εδώ και 8 χρόνια είτε προς ατελέσφορες  λύσεις ή σε πρακτικές που η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να υιοθετήσει. Δεν είναι τυχαίο πως καμία εκ των μνημονιακών κυβερνήσεων δεν οικοιοποιήθηκε τα προγράμματα διάσωσης (no ownership) καταμαρτυρώντας πως δεν τα πίστεψαν. Μή σχεδιάζοντας ένα σοβαρό «Σχέδιο Β», έχουν γίνει υποχείρια των δανειστών. Οι τελευταίοι έχοντας συχνά αλληλοσυγκρουόμενες προτεραιότητες  και συμφέροντα -είναι γνωστές οι διαμάχες ΔΝΤ / Γερμανίας π.χ. για το χρέος- δημιουργούν προγράμματα που εξυπηρετούν τα δικά τους βραχυπρόθεσμα στενά συμφέροντα, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Επίσης,η μή διαπραγμάτευση εναλλακτικής σε μια περίοδο που γίνεται λόγος για την αποχώρηση από την Ευρωζώνη ακόμη και χωρών του σκληρού πυρήνα της (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία) σε έτος εκλογών στις χώρες αυτές, μπορεί να καταφέρει το τελειωτικό κτύπημα στη χώρα εάν αναγκαστεί να συρθεί σε εθνικό νόμισμα εκ των εξελίξεων και χωρίς σχέδιο, σε συνδυασμό με το λαθρομεταναστευτικό και την απαξίωση των θεσμών.

Είναι Ιστορική ευθύνη των δυνάμεων του Πατριωτικού χώρου να επεξεργαστούν σοβαρό και βιώσιμο εναλλακτικό σχέδιο στο νομισματικό,ακόμη και αν το σχέδιο δεν εφαρμοσθεί άμεσα. Η κοινωνία πρέπει να προετοιμασθεί για τις απαραίτητες δομικές και ουσιώδεις αλλαγές που είναι απαραίτητες, προκειμένου η χώρα να ευημερήσει σε ένα όλο και πιο ασταθές περιβάλλον.

Θα επανέλθω με περισσότερες σκέψεις στο άμεσο μέλλον. 

Διαβάστηκε 942 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η Αισιοδοξία της Ελλάδος
Χρήστος

Ο Χρήστος Ραγκαβάς έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων στην Ολλανδία, και είναι κάτοχος αντιστοίχου Master of Arts. Είναι μέλος του σώματος ορκωτών λογιστών (ACCA) και του σώματος ορκωτών κοστολόγων (CIMA), του Ηνωμένου Βασιλείου. Παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον τομέα της Στρατηγικής επιχειρήσεων, και διδάσκει Χρηματοοικονομικά και Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Τελευταία άρθρα από τον/την Χρήστος

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…