Ακαδημαϊκό άσυλο: από την «αστυνομία σκέψης» στην αστυνομική περιφρούρηση

Το ακαδημαϊκό άσυλο ενέχει δύο διαστάσεις: προσδιορίζει την πανεπιστημιακή ελευθερία στην έρευνα και την διδασκαλία, ενώ συγχρόνως λειτουργεί ως εγγύηση ελεύθερης έκφρασης και διακίνησης ιδεών εντός των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Η κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών υπήρξε η αιτιολογική βάση για τη θέσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου στην χώρα μας. Το άσυλο εισήχθη με γνώμονα την κατοχύρωση του δικαιώματος όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας –φοιτητών, καθηγητών, διοικητικών υπαλλήλων– στη γνώση, την εκπαίδευση και την εργασία, έναντι οιασδήποτε δυνητικής απειλής που θα επιχειρούσε να το καταλύσει.

Η παραπάνω είναι, ωστόσο, η φωτεινή πλευρά της σελήνης.

Στην αθέατη πλευρά διαγράφεται μια τελείως άλλη πραγματικότητα.

Ο όρος «άσυλο» ετυμολογείται από το αρχαίο άσυλον, ουδέτερο του επιθέτου άσυλος («ασφαλής», «απαραβίαστος»), που σχηματίζεται από το ρήμα συλώ ( = αφαιρώ, λεηλατώ, λαφυραγωγώ) με την προσθήκη του στερητικού α-. Άσυλο σημαίνει χώρος «ιερός» και «απαραβίαστος». Πανεπιστημιακό άσυλο είναι, αντιστοίχως, το «απαραβίαστο» των «ιερών» πανεπιστημιακών χώρων στους οποίους διεξάγεται επιστημονική έρευνα και διδασκαλία

Η ακαδημαϊκή ελευθερία προστατεύεται συνταγματικά στο πλαίσιο της έννομης τάξης ενός φιλελεύθερου Κράτους Δικαίου. Ωστόσο, η ελληνική έννομη τάξη απολαμβάνει την παγκόσμια πρωτοτυπία της νομοθετικής καθιέρωσης ειδικού θεσμού πανεπιστημιακού ασύλου. Αντίστοιχες διατάξεις δεν συναντώνται σε καμία σύγχρονη δημοκρατία.

Αυτή η εκ του περισσού νομοθέτηση έχει νόημα μόνο εφόσον το άσυλο «συνίσταται εννοιολογικά στην αδυναμία παρέμβασης των αστυνομικών αρχών στους χώρους του πανεπιστημίου σε περίπτωση διάπραξης ποινικών αδικημάτων». Αυτή η απαγόρευση εισόδου των δυνάμεων της αστυνομίας είναι, όπως προαναφέραμε, ελληνική ευρεσιτεχνία, σε απόκλιση από το θεσμικό πλαίσιο οποιασδήποτε δυτικής δημοκρατίας. Το άσυλο ιδεών, κατοχυρούμενο ούτως ή άλλως συνταγματικά, διαστρέφεται ως άσυλο οριοθετημένων εδαφικών ζωνών εντός των οποίων λαμβάνει χώρα ένας μαραθώνιος εγκληματικής δραστηριότητας. Ένα αδιάπτωτο όργιο παράνομων πράξεων από κακοποιούς και περιθωριακές ομάδες που εκφυλίζουν τον «ιερό και απαραβίαστο» χώρο σε μια αναρχούμενη και ανομική Disneyland.  

Η διαρκής επίκληση, προς υπεράσπιση αυτής της ζοφερής πραγματικότητας, του ασύλου ως προστασίας της διακίνησης ιδεών, της έρευνας και της διδασκαλίας, είναι ένα επιχείρημα κίβδηλο που προβάλλεται με κακή πίστη. Ο ιδιότυπος ελληνικής εμπνεύσεως θεσμός του ασύλου είναι περιττός, καθώς η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και γνώμη, καθώς και η ειδικότερη ελευθερία της διδασκαλίας, διαθέτουν συνταγματική περιωπή. Η εμμονή στην περιττή ταυτολογία του ασύλου και στον δικαιωματικό λόγο περί αυτού, υποκρύπτει άλλου είδους συμφέροντα και βλέψεις. Είναι ένα σόφισμα με σαφείς πολιτικές συνεπαγωγές.

Τεκμαίρεται εμπειρικά από εκατοντάδες περιπτώσεις πως η διασταλτική, σε σημείο διαστροφής, ερμηνεία του ασύλου ευνόησε την καλλιέργεια ενός εχθροπαθούς ακροαριστερού λόγου και των αντίστοιχων εξτρεμιστικών πρακτικών· περιθωριακά κοινωνικά στοιχεία άδραξαν την ευκαιρία και ενδύθηκαν την προβιά του άκακου αριστερού αμνού με σκοπό τη στρατολόγηση, σε ασφαλές περιβάλλον εκτός του βεληνεκούς του νόμου, νεαρών λύκων για τις αγέλες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι πάγιο αίτημα αντιεξουσιαστικών ακροαριστερών ομάδων αποτελεί η διατήρηση άθικτου του πανεπιστημιακού ασύλου και η διεύρυνσή του σε άλλους χώρους, όπως π.χ. οι καταλήψεις νεοκλασικών της οδού Πατησίων.

Η κρατούσα νομική άποψη επί του ζητήματος είναι πως το ακαδημαϊκό άσυλο –και η ιδιότυπη «ακαδημαϊκή ελευθερία» την οποία συνεπάγεται– καλύπτει όλους ανεξαιρέτως τους χώρους των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στους οποίου διεξάγεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα ΤΕΙ. Δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή άδειας του αρμόδιου οργάνου του Ιδρύματος και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής.

Ο προσχηματικός χαρακτήρας του θεσμού του ασύλου καθίσταται ευκρινέστερος· ουδείς δύναται να κατανοήσει το σκεπτικό αυτού του δυσλειτουργικού ορισμού, που απαιτεί πρόσκληση, παρουσία εισαγγελέα και άδεια από τον Πρύτανη προκειμένου να επιτραπεί σε ένα αστυνομικό όργανο να επέμβει προς σωτηρία μιας φοιτήτριας που υφίσταται απόπειρα βιασμού, ή για να παρεμποδίσει τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Πέρα από την περίπτωση αυτόφωρων κακουργημάτων ή εγκλημάτων κατά ζωής, η άρση του πανεπιστημιακού ασύλου κατά την τέλεση αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου είναι στην πράξη εξαιρετικά δυσχερής. Δίνεται η εύλογη εντύπωση ότι πραγματική βούληση του νομοθέτη δεν ήταν η προαγωγή της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, της έρευνας και της διδασκαλίας αλλά η νομοθετική κατοχύρωση της «ιερότητας» των πανεπιστημιακών χώρων κατά τρόπο που να ευνοεί την εντός αυτών διενέργεια αξιοποίνων πράξεων και την μετατροπή τους σε εργαστήρια κοινωνικών πειραμάτων ανομίας και αναρχίας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν του θεσμού αποδεικνύει τον κίβδηλο και προσχηματικό χαρακτήρα του. Το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώνεται νομοθετικά για πρώτη φορά οκτώ χρόνια μετά την κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ως μια υπεραντίδραση στον αυταρχισμό εκείνης της περιόδου. Συμπεριλαμβάνεται στη χορεία των ολέθριων νομοθετημάτων της πρώτης παπανδρεϊκής περιόδου, συγκεκριμένα τον νόμο-πλαίσιο 1268/1982 «Για τη δομή και λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων». Το πανεπιστημιακό άσυλο «αναγνωρίζεται» (άρθρο 2 παρ. 4), πράγμα που ενδεχομένως υπονοεί ότι προϋπήρχε ως εθιμικός κανόνας δικαίου, ως μέσο για την πραγμάτωση συγκεκριμένων συνταγματικών επιταγών: «της ακαδημαϊκής ελευθερίας», «της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης» και «της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών». Για την εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών η καθιέρωση του ασύλου έχει νόημα μόνο σε ό,τι αφορά τους χώρους στους οποίους συντελείται επιστημονική έρευνα και διδασκαλία. Ωστόσο, δυνάμει του ίδιου νομοθετήματος (άρθρο 2 παρ. 5) το άσυλο επεκτείνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους των πανεπιστημίων.

Μολονότι το πανεπιστημιακό άσυλο αφορά μόνο στη διαδικασία πρόληψης και καταστολής των εγκλημάτων και όχι στην ουσία της ποινικής μεταχείρισης των δραστών (ο άδικος χαρακτήρας των παρανόμων πράξεων που τελούνται εντός πανεπιστημιακών χώρων δεν αίρεται και οι δράστες παραμένουν αξιόποινοι παρότι στην πράξη διαφεύγουν ατιμωρητί) η ίδια η «λογική» της μη επέμβασης της δημόσιας δύναμης ισοδυναμεί με έμμεση ενθάρρυνση της εγκληματικότητας.

Κατά την τραικονταετή ισχύ του πανεπιστημιακού ασύλου όπως αυτό «αναγνωρίστηκε» με τον Ν. 1268/1982, μόνο σε τρεις περιπτώσεις κατέστη δυνατή η άρση του: α) το 1985, στην κατάληψη του Xημείου Αθηνών, β) το 1995, όταν κάηκε το ιστορικό κτήριο του Ε.Μ.Π. και γ) το 2002, λόγω εντοπισμού χασισοφυτείας 9000 δενδρυλλίων σε ελώδη έκταση του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Υπό την ισχύ του Ν. 3549/2007 («νόμος Γιαννάκου»), στο πλαίσιο των γενικευμένων επεισοδίων του Δεκεμβρίου 2008 οι καταληψίες προκαλούσαν επί δύο εβδομάδες τεράστιες καταστροφές στο Πολυτεχνείο, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, καταυλιζόμενοι σε γραφεία και εργαστήρια υπολογιστών τα οποία λεηλατούσαν, καταστρέφοντας πόρτες και τζάμια, γεμίζοντας τους τοίχους συνθήματα και σπάζοντας τα μαρμάρινα δάπεδα και επενδύσεις προκειμένου να τα μετατρέψουν σε στοκ πολεμοφοδίων για τις επιθέσεις τους κατά της αστυνομίας.

Γιατί όμως δεν αίρεται το πανεπιστημιακό άσυλο κάθε φορά που διαπράττονται στους χώρους των ιδρυμάτων σοβαρά ποινικά αδικήματα; Απλούστατα, από φόβο μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα της «αστυνομίας σκέψεως», του εχθροπαθούς και μισαλλόδοξου ακροαριστερού λόγου που κηδεμονεύει τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Καθίσταται σαφές ότι η νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου ως, υποτίθεται, αμυντικής θωράκισης απέναντι στη βία και την καταστολή της απριλιανής δικτατορίας, κάθε άλλο παρά ανταποκρίθηκε στον συνταγματικό σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι καθιερώθηκε. Συν τω χρόνω, αποδείχθηκε ότι ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου όχι μόνο δεν προήγαγε την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά οδήγησε ουσιαστικά στην de facto κατάλυσή της. Από το ένα άκρο του κρατικού αυταρχισμού περάσαμε δια του «ασύλου» στο άλλο άκρο, αυτό της ακροαριστερής «αστυνομίας σκέψης», που επεμβαίνει αστραπιαία για να συμμορφώσει τον ακαδημαϊκό δάσκαλο κάθε βαθμίδας με τα «προοδευτικά» θέσφατα, ακόμη και με τη χρήση βίας αν ο αιρετικός παραβάτης δεν «πειστεί» με το καλό.

Η διεθνής πραγματικότητα των φιλελεύθερων δημοκρατικών πολιτευμάτων καθιστά αδιανόητο σε συνθήκες δημοκρατίας δυτικού τύπου να επιβιώνουν αντιδραστικοί θεσμοί που δρουν αστυνομευτικά και χειραγωγικά κατά της ελεύθερης σκέψης. Η επί χούντας κρατικά εκπορευόμενη λογοκρισία επιβιώνει σήμερα με το μανδύα της «προοδευτικότητας», ώστε να θέτει εκτός του αποδεκτού πλαισίου δημόσιας συζήτησης κάθε άποψη που δεν συμμορφώνεται με την κρατούσα μαρξιστική ορθοδοξία. Η άμεση κατάργηση του αδιανόητου, τριτοκοσμικού θεσμού του ασύλου αποτελεί το δίχως άλλο αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την αποκατάσταση της τρωθείσης συνταγματικής νομιμότητας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.

Είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο εγχείρημα αποκατάστασης θα διέλθει μέσα από τους πόνους της κυήσεως και τις ωδίνες του τοκετού ώσπου να δεις το φως της ημέρας· ήρθε όμως η ώρα για τολμηρές ρηξικέλευθες αποφάσεις. Είναι εδραία δημοκρατική μας πεποίθηση ότι η βία και η ανομία δεν είναι δυνατόν να αποτελούν υπό κανένα πρόσχημα ούτε «ατομικό δικαίωμα», ούτε «θεσμική εγγύηση», ούτε «συνταγματικό έθιμο», ούτε «άγραφο συνταγματικό κανόνα». Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, θα πρέπει να ψάξουν μόνο σε περιπτώσεις εξτρεμιστικών και οχλοκρατικών «δημοκρατιών» για να ανακαλύψουν ίσως ένα θεσμικό παράλληλο του περιώνυμου ελληνικού «ασύλου». Κάθε τέτοιος ισχυρισμός είναι όχι απλά κίβδηλος αλλά και αντινομικός, αυθαίρετος, ακροβατικός, θεωρητικά και πρακτικά αστήρικτος και φαύλος. Όχι μόνο το πανεπιστημιακό άσυλο δεν διαθέτει συνταγματική κατοχύρωση αλλά το ίδιο αντίκειται στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία, το καθεστώς όπου η σκέψη αναπτύσσεται ακηδεμόνευτη με οργανική φυσικότητα, χωρίς ποδηγέτηση από κουκουλοφόρους και εξτρεμιστές της άκρας αριστεράς. Το «άσυλο» αντιβαίνει στην γενικότερη δικαιοκρατική αρχή του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος καθώς, με βάση όλα τα εμπειρικά δεδομένα, προάγει την ατιμωρησία βαρέων ποινικών παραβάσεων. Καθιστά έτσι την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου ένα κενό γράμμα, μια θλιβερή νεκρή διάταξη, έρμαιο των δυναμικών μειοψηφιών που καταδυναστεύουν και λυμαίνονται τα πανεπιστήμια μας.

Η συνολική του κατάργηση αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους των πανεπιστημίων αλλά και  condition  sine  qua  non  για την καλή λειτουργία τους, λειτουργία που να συνάδει προς τον αληθινό κοινωνικό σκοπό τους. Ιδεολογίες που δοκιμάστηκαν στην πράξη και απέτυχαν οικτρά, νοοτροπίες και σύνδρομα που διαμορφώθηκαν στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου και της δικτατορίας είναι αδιανόητο, ανεπίτρεπτο και απαράδεκτο να στοιχειώνουν τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου ακόμη και σήμερα. Η μπογιά των βιαστικών συνεργείων αποκατάστασης δεν αρκεί για να καλύψει τα εμπρηστικά εμφυλιοπολεμικά συνθήματα που φιλοτεχνούν στους τοίχους των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων οι βίαιες αντιδημοκρατικές μειοψηφίες· χρειάζεται κάτι δραστικότερο από απλά μερεμέτια. Είναι επείγουσα ανάγκη να μεταβούμε από την σημερινή ιδεοληψία της «αστυνομίας σκέψης» στην ενεργό αστυνομική περιφρούρηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

 

Γεώργιος Χρ. Μακρής – Αντιπρόεδρος Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών*


*Το παρόν δημοσίευμα αποτελεί πρόδρομο επιστημονικής δημοσίευσης στο περιοδικό νομικού περιεχομένου και δικηγορικού ενδιαφέροντος «Πειραϊκή Νομολογία» και προστατεύεται από τους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας ενώ οποιαδήποτε χρήση από μη μέλη του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών, αποτελεί δυνητική παραβίαση αυτών και τελεί στον απόλυτο έλεγχο και στην διακριτική ευχέρεια του συντάκτη, δικηγόρου Πειραιώς Μακρή Χρ. Γεώργιο.

Διαβάστηκε 595 φορές
Γεώργιος Χρ. Μακρής

Ο Γιώργος Χρ. Μακρής γεννήθηκε στην Πάτρα και η καταγωγή του είναι από το Αίγιο, ενώ η οικογένεια του έλκει την καταγωγή της από τον μεσολογγίτη αγωνιστή και οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό όπου και απολύθηκε με τον τιμητικό βαθμό του κελευστή. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νομική στο Sheffield University, εμπορικό, τραπεζικό και φορολογικό δίκαιο στο Kent University, όπου και είναι υποψήφιος διδάκτορας χρηματοπιστωτικού δικαίου. Εργάζεται ως δικηγόρος με έδρα τον Πειραιά και την Λευκωσία. Είναι εκλεγμένος Αντιπρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών.

Top
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για καλύτερη φυλλομέτρηση. Δείτε πώς χρησιμοποιούμε τα cookies και πώς μπορείτε να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας. Περισσότερα…